Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΧΑΙΑ ΕΛΛΑΔΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 27 Αυγούστου 2015

ΣΤΗ ΚΡΙΣΙΜΗ ΕΠΟΧΗ ΠΟΥ ΖΟΥΜΕ, ΕΙΝΑΙ ΑΝΑΓΚΑΙΟ ΝΑ ΕΠΑΝΑΣΥΝΔΕΘΟΥΜΕ ΜΕ ΤΗΝ ΑΛΗΘΙΝΗ ΓΝΩΣΗ...



ΟΙ ΜΙΝΩΪΤΕΣ ΜΠΟΡΟΥΝ ΝΑ ΜΑΣ ΒΟΗΘΗΣΟΥΝ ΝΑ ΠΡΟΣΕΓΓΙΣΟΥΜΕ ΚΑΙ ΠΑΛΙ ΤΗΝ ΕΠΙΓΝΩΣΗ ΚΑΙ ΝΑ ΣΥΝΕΙΔΗΤΟΠΟΙΗΣΟΥΜΕ ΠΟΙΟΙ ΕΙΜΑΣΤΕ...


Ο άνθρωπος, όπως και οτιδήποτε υπαρκτό σ’ αυτόν τον κόσμο, γεννιέται να διατρέχει έναν κύκλο και να πεθαίνει, αφήνοντας πάντα τον σπόρο για μια νέα ζωή, υπακούοντας έτσι στον υπέρτατο «νόμο της περιοδικότητας», που έχει σαν «καμβά» για ν’ αναπτυχθεί έναν «συμπαντικό παλμό» που σαν αναπνοή δίνει οντότητα σε οτιδήποτε επιστητό και το κάνει να υπάρχει. Βέβαια γεννιέται πάντα με ένα μεγάλο μειονέκτημα, την «ασυνειδητότητα», αφού μαθαίνει να αντιλαμβάνεται την πραγματικότητα με έναν ορισμένο τρόπο, σαν έναν δικό του «κόσμο» μια δική του πραγματικότητα, που δεν είναι ότι αντικειμενικά υπάρχει, αφού το συντριπτικά μεγαλύτερο μέρος του κόσμου δεν είναι δυνατόν να το νοιώσει με τις αισθήσεις του, η να το βιώσει, παραμένοντας γι’ αυτόν ένα τεράστιο «κενό», σαν το διάστημα ανάμεσα στα ουράνια σώματα στον μακρόκοσμο, ή σαν την τεράστια απόσταση ανάμεσα στον πυρήνα του ατόμου και τα ηλεκτρόνιά του στον μικρόκοσμο. ∆ιατρέχει λοιπόν μια πορεία σ’ αυτήν την ζωή, είτε μέσα στο σκοτάδι της άγνοιας, είτε ανηφορίζοντας το μονοπάτι της «επίγνωσης», σαν άλλος πολύπαθος Οδυσσέας που ταξίδεψε πολύ, είδε πολλούς, και πολλά και «νόον έγνω». Με τον τρόπο αυτόν, που πορεύεται και εξελίσσεται ο άνθρωπος μέσα στον χωροχρόνο, φαίνεται να μοιάζει ο τρόπος που πορεύονται και εξελίσσονται οι ανθρώπινοι σχηματισμοί: οι φυλές, τα έθνη και οι πολιτισμένες ανθρωπότητες. Μέσα στα εκατομμύρια χρόνια ιστορίας του πλανήτη γη και στα δεκάδες χιλιάδες χρόνια ιστορίας του ανθρώπου πάνω στον πλανήτη γη, έχουν καταγραφεί πολλά στοιχεία και υπάρχουν μέχρι σήμερα πολλές ενδείξεις, που δείχνουν ότι υπήρξαν κάποιες πολιτισμένες ανθρωπότητες που διέτρεξαν τον ιστορικό τους κύκλο. Η «ασυνειδητότητα», όμως, που κατατρέχει τον κάθε άνθρωπο δια μέσου των αιώνων, κατατρέχει στον ίδιο βαθμό και την κάθε ανθρωπότητα που αναπτύχθηκε και δημιούργησε πολιτισμό πάνω στη γη. Το περιγράφει με τον καλύτερο τρόπο ο Πλάτων δια στόματος του Αιγύπτιου ιερέα προς τον Σόλωνα: «Το ρεύμα τ’ ουρανού ...αφήνει ζωντανούς ανάμεσά σας μόνο τους αγράμματους και έτσι πρέπει ν’ αρχινάτε πάλι απ’ την αρχή σαν παιδιά, χωρίς να ξέρετε τίποτα απ’ όσα συνέβησαν στην αρχαιότητα...» Φαίνεται ότι αυτή η ασυνειδητότητα εκφράζεται σαν μια τάση «χωριστότητας» ή «Λήθης» από το ιστορικό μας γίγνεσθαι, την φύση μας, την ουσιαστική ύπαρξή μας και το ίδιο το σύμπαν. Μια «χωριστότητα» απ’ ότι πιο κοντινό μας αφορά, όπως το πνεύμα μας, το σώμα μας, την οικογένειά μας, τους συνανθρώπους μας, την κοινωνία μας, το φυσικό μας περιβάλλον και ότι πιο απώτερο, όπως την ιστορία μας, τις αξίες μας, τον πλανήτη μας και το σύμπαν ολόκληρο.
Σήμερα αυτό μπορεί να γίνει ακόμη πιο κατανοητό στον σύγχρονο άνθρωπο, αφού αυτός έχει βρεθεί σε ένα οριακό πράγματι σημείο, δεδομένου ότι ο υποτιθέμενος φορέας της γνώσης, η επιστήμη, σε λιγότερο από έναν αιώνα έκανε πολλαπλάσια άλματα απ’ ότι τα έξι περίπου χιλιάδες χρόνια που αριθμεί ως πολιτισμένη η τωρινή ανθρωπότητα σ’ αυτόν τον πλανήτη. Η επιστημονική γνώση, όμως, και η συνεπακόλουθη τεχνολογική πρόοδος μπορεί να έδωσαν αγαθά και ευδαιμονισμό στον σύγχρονο άνθρωπο αλλά ταυτόχρονα τον ξεστράτισαν από τον δρόμο της επίγνωσης της αληθινής γνώσης, της (μη-λήθης) «αλήθειας». Το άρμα της επιστημονικής γνώσης κουβαλάει όλο και πιο μακριά τον σύγχρονο άνθρωπο, στον τόπο της «χωριστότητας», με ότι κακά συνεπάγεται αυτό, ως αντίβαρο στα αγαθά που του δίνει και αναδύει όλο και περισσότερο στην εποχή μας την αναγκαιότητα να επανασυνδεθούμε με την βαθύτερη ύπαρξή μας, με την γη και με το σύμπαν και να συνειδητοποιήσουμε τους εαυτούς μας σαν κομμάτια μιας ευρύτερης Ύπαρξης και μιας ευρύτερης ιστορίας. Να αντιληφθούμε τους εαυτούς μας ταυτόχρονα «Όλον και μέρος του Όλου», να προσεγγίσουμε και να επιγνώσουμε όσο μπορούμε αυτήν την θεία πνοή, που ο Πυθαγόρας θεωρούσε ότι κατακλύζει τους πάντες και τα πάντα, να πάψουμε να βαυκαλιζόμαστε και να επαναπαυόμαστε ότι δήθεν σπουδάζουμε και γνωρίζουμε τον κόσμο, ιδιαίτερα όλοι εμείς που θεωρούμε τους εαυτούς μας επιστήμονες και αναζητητές της γνώσης, την στιγμή που δεν κάνουμε τίποτα άλλο, σπουδάζοντας μοναδιαία και αποσπασματικά ότι βρίσκεται σε πλήρη διαπλοκή και αλληλεξάρτηση με άπειρο αριθμό άλλων σ’ ένα μεγαλειώδες «Όλον», από το να στενεύουμε τον ορίζοντα των ματιών της ψυχής μας, να «βλέπουμε το δένδρο και να χάνουμε το δάσος». Έτσι ο σημερινός άνθρωπος, φυλακισμένος στον στενεμένο ορίζοντα της «γνώσης» του, καταπλακωμένος από το υπερτροφικό εγώ του, αποσυνδεδεμένος από την ολιστική ύπαρξη του, μεθυσμένος από τον προσπορισμό όλο και περισσότερων υλικών αγαθών, που δεν κάνουν όμως τίποτα περισσότερο από το να τον απομακρύνουν όλο και περισσότερο από τις αληθινές πηγές «συμπαντικής ενέργειας», στρέφεται ενάντια στις «θείες δυνάμεις» που τον γέννησαν και τον κρατούν στην αγκαλιά τους, στην ίδια του την ύπαρξη, βάζοντας σε κίνδυνο ακόμη και την ίδια του την επιβίωση. Κάτοχος ενός τεράστιου πυρηνικού οπλοστασίου, που ένα και μόνο μικρό μέρος του μπορεί να αφανίσει σε ελάχιστο χρονικό διάστημα κάθε ίχνος ζωής, μολύνει συνεχώς με τις μηχανές του και κάθε είδους απόβλητα το περιβάλλον του, διαταράσσοντας έτσι σε μεγάλο βαθμό την εύθραυστη ισορροπία του οικοσυστήματος που ζει και βάζοντας σε μεγάλη δοκιμασία το σπίτι του, τον ζώντα οργανισμό που λέγεται «Γη» και πάνω του βρίσκεται. Μόλυνση του περιβάλλοντος, τρύπα του όζοντος, φαινόμενο του θερμοκηπίου, λιώσιμο των πάγων, πλημμύρες πρωτοφανείς, καιρικές μεταβολές και θεομηνίες, να μία από τις αλυσίδες της καταστροφής που είναι τόσο ορατή πλέον στις μέρες μας. Παράλληλα, πόλεμοι, αδικία, συνεχής και αμείλικτος ανταγωνισμός των ανθρώπων για επικυριαρχία -και όχι για συνύπαρξη- συσσωρεύουν συνεχώς αμέτρητη «αρνητική» ενέργεια στην ανθρωπότητα. Και είναι η συμπεριφορά αυτή του άνθρωπου μια φοβερή ύβρις, μια απύθμενη ασέβεια, μια απροσμέτρητη αλαζονεία και απερισκεψία εναντίον της «θείας» φύσης, της «θείας» πνοής που ενυπάρχει παντού. Αλλοίμονο, πόσο αλήθεια μοιάζει η εναντίωση αυτή, η ασέβεια, η ύβρις και η αλαζονεία προς «το θείον» με την ασέβεια, την ύβρι και την αλαζονεία προς τους «θεούς» όλων των θρησκειών και των προϊστορικών μνημών όλων των λαών επί της γης που προηγήθηκαν της τιμωρίας του ανθρώπου και της φυσικής καταστροφής του, όποτε αυτή έγινε. Ιστορεί ο Πλάτων στον «Κριτία»: «Όταν το θεϊκό στοιχείο που είχαν μέσα τους εκφυλίσθηκε, άρχισαν να συμπεριφέρονται άσχημα και έγιναν κακοί άνθρωποι. Τους κυρίευσε το πάθος του πλούτου και η μανία της πλεονεξίας. Έτσι ο Θεός βλέποντας πως ο καλός λαός πήρε τον κατήφορο, αποφάσισε να τον τιμωρήσει». Και ο Ησίοδος στην «Θεογονία» του αναφέρει: «Η δεύτερη γενιά των ανθρώπων ήταν ασεβής και καταστρεπτική και ούτε στο σώμα ούτε στην ψυχή έμοιαζε με την πρώτη». Την ασέβεια θεωρούσε και ο Απολλόδωρος ως αιτία της τιμωρίας εκείνων των ανθρώπων με τον Κατακλυσμό: «Αυτοί οι άνθρωποι είχαν ξεπεράσει τους πάντες σε ασέβεια και ο ∆ίας θέλοντας να τους τιμωρήσει προκάλεσε τον κατακλυσμό. Τους έριξε ραγδαία βροχή και πολλά μέρη της Ελλάδος κατακλύσθηκαν με νερό, οι άνθρωποι χάθηκαν και όσοι κατάφεραν να ξεφύγουν κατέφυγαν στα γύρω ψηλά βουνά. Τότε ήταν που χωρίσθηκε και ο Όλυμπος από τον Κίσσαβο λόγω των σεισμών και σχηματίσθηκαν τα στενά των Τεμπών». Τα ίδια αυτά γεγονότα περιγράφει και η Βίβλος στην Γένεση με ανάλογο τρόπο: «Καί είπεν ο Θεός προς τον Νώε. το τέλος της πάσης σαρκός ήλθεν διότι η γη ενεπληρώθη αδικίας από αυτών, καί ιδού θέλω εξολοθρεύσει αυτούς καί την γην... Καί έγινε ο κατακλυσμός τεσσαράκοντά ημέρας επί της γης... Καί έκραταιούντο τα ύδατα, καί επληθύνθησαν σφόδρα επί της γης... Καί απέθανε πάσα σαρξ των πτηνών, των κτηνών καί των ερπετών καί πας άνθρωπος... Ύστερον εκλείσθησαν αι πηγαί της Αβύσσου, καί οι καταρράκται του ουρανού...». Η ίδια εφιαλτική εικόνα της τιμωρίας των ασεβών ανθρώπων έχει καταγραφεί, με ανάλογο τρόπο, στην προϊστορική μνήμη όλων των λαών που ανέπτυξαν πολιτισμό, όπως οι αρχαίοι Βαβυλώνιοι που αναφέρουν στο ιστορικό τους έπος «Γκιλγκαμές»: «Ξεχύθηκε ένα τεράστιο μαύρο σύννεφο, που έπεσε ορμητικά στην γη... Και όλο και ανέβαιναν τα νερά, που έφθασαν σε ύψος τα τριάντα μέτρα, και όλοι οι άνθρωποι τότε χάθηκαν. Όταν ο Γκιλγκαμές κοίταξε την γη και είδε ότι όλα, άνθρωποι, ζώα, πτηνά, ερπετά είχαν γίνει βούρκος, και όσοι από τους θεούς σώθηκαν, κατέφυγαν στα βουνά...».
Υπάρχουν πολλές αναφορές και πολλά στοιχεία σε μυθολογίες, παραδόσεις, ιερά και άλλα κείμενα, που πείθουν ότι η προϋπάρξασα της καταστροφής ανθρωπότητα είχε φθάσει σε υψηλό επίπεδο πολιτισμού και τεχνολογικής προόδου, έτσι ώστε εύκολα αναγνωρίζαμε εμείς οι σημερινοί άνθρωποι την χρήση από τους προϊστορικούς ανθρώπους συγχρόνων επιστημονικών και τεχνολογικών επιτευγμάτων, όπως η πυρηνική ενέργεια και οι πτητικές μηχανές. Στην «Θεογονία» του ο Ησίοδος περιγράφοντας λεπτομέρειες από τον πόλεμο μεταξύ Θεών και Τιτάνων, περιγράφει εναργέστατα μία πυρηνική έκρηξη όπως πολύ καλά την γνωρίζουμε σήμερα: «... Έβραζε η γη και η απέραντη θάλασσα, και τους Τιτάνες τους τύλιξε μια καυτή πνοή. Και όπως η φλόγα ανέβαινε στον ουρανό, όσο και αν ήσαν γενναίοι, οι Τιτάνες τυφλώθηκαν. Τους τύφλωσε η λευκωπή λάμψη των κεραυνών. Ζέστη και πρωτοφανέρωτη φωτιά ξεχύνονταν παντού, και αυτό που έβλεπαν τα μάτια και άκουγαν τ' αυτιά ήταν σαν να χαν σμίξει ο ουρανός και η γη...». Στην «Γένεση» της Βίβλου τα Σόδομα και τα Γόμορα καταστρέφονται με πυρηνική έκρηξη σαν την Χιροσίμα και το Ναγκασάκι και η γυναίκα του Λώτ, που παραβαίνει τις οδηγίες των Αγγέλων, να μη γυρίσει πίσω να δει, γίνεται «στήλη άλατος» προφανώς από το θερμικό κύμα της εκρήξεως: «... Καί έβρεξεν ο Κύριος επί τα Σόδομα καί τα Γόμορα θείον καί πυρ εξ ουρανού, καί κατέστρεψε τάς πόλεις αυτάς, καί πάντα τα περίχωρα, καί πάντας τους κατοίκους των πόλεων, καί τα φυτά της γης καί βλέψας ο Λώτ, επί τα Σόδομα καί τα Γόμορα καί εφ’ όλην την γήν της περιχώρου, είδε, καί ιδού ανέβαινε καπνός από της γης ως καμίνου...».
Και στα αρχαία ινδικά κείμενα υπάρχουν πάρα πολύ παραστατικές περιγραφές αναλόγων τέτοιων πυρηνικών εκρήξεων όπως στην ∆ούργα: «Μεγάλη φωτιά βγήκε από το στόμα του Ίντρα και των άλλων θεών. Οι θεοί έβλεπαν αυτήν την φωτιά ψηλή σαν βουνό και υπέρλαμπρη τόσο ώστε να καταλαμβάνει όλο το τοπίο... Τότε όλοι οι κόσμοι διαταράχθηκαν, οι θάλασσες κλυδωνίσθηκαν, σείσθηκε η γη κα τα βουνά κλονίσθηκαν...». Και στην ινδική Βίβλο «Μαχαμπαράτα» η περιγραφή μιας τέτοιας πυρηνικής εκρήξεως θα μπορούσε να είναι ενός σημερινού αφηγητή: «Ήταν ένα βλήμα που μέσα του έκλεινε την δύναμη του σύμπαντος. Ήταν μια στήλη από καπνό και εκτυφλωτική φλόγα, σαν δέκα χιλιάδες ήλιοι, που σηκώθηκε με όλη την δύναμη της... Ήταν ένα νέο και άγνωστο όπλο, ένας κεραυνός που έκανε στάχτη την φυλή των Βρίσνις καί των Ανδάκας... Τα κορμιά κάηκαν, και κανείς δεν μπορούσε να τ’ αναγνωρίσει. Τα μαλλιά και τα νύχια έπεσαν. Τα πουλιά έγιναν κάτασπρα... Μετά από μερικές ώρες όλα τα τρόφιμα είχαν μολυνθεί... Για να γλυτώσουν απ’ αυτήν την φωτιά, οι στρατιώτες έπεσαν μέσα στα ποτάμια... Άρχισε να φυσάει ένας καυτός άνεμος... Το Σύμπαν τυλίχτηκε με τόση ζέστη σαν να ήταν άρρωστο με δυνατό πυρετό. Οι ελέφαντες και τ’ άλλα ζώα κτυπήθηκαν από την δύναμη αυτού του όπλου... Τα νερά ζεστάθηκαν τόσο, ώστε ότι ζούσε μέσα τους άρπαξε φωτιά... Οι φοβεροί πολεμιστές έπεσαν κάτω σαν κομμένα δέντρα... Οι τεράστιοι ελέφαντες κάηκαν σαν τα ξύλα κι' έπεσαν στο χώμα σαν σωροί από στάχτες... Οι άνθρωποι έφυγαν τρέχοντας για να ξεφύγουν απ’ αυτό το φοβερό όπλο, αλλά όλοι τους κάηκαν σαν τα ξερά χόρτα... Τ’ άλογα, τ άρματα, όλα κάηκαν απ αυτήν την φωτιά, μοιάζοντας με τις κορφές των δέντρων σ’ ένα δάσος πού άρπαξε φωτιά...». Μέσα από αυτήν την αντίληψη της χρήσεως της πυρηνικής ενέργειας, ακόμη και για πολεμικούς σκοπούς από ανθρώπους (και «θεούς»;) της απώτερης ιστορίας, θα έπρεπε να δούμε με άλλο μάτι και τον μύθο της κλοπής της πυράς από τον Προμηθέα. Η «φωτιά» αυτή που έκλεψε ο Προμηθέας από τους θεούς δεν θα μπορούσε να είναι η κοινή φωτιά, γιατί σε καμιά περίπτωση δεν θα απέφερε τέτοια δεινά στην ανθρωπότητα. Αυτή η κλοπή, ταιριάζει πολύ περισσότερο με την μεταφορά της γνώσεως της πυρηνικής ενέργειας από τους «γνώστες θεούς» στους ανθρώπους. Ο Ησίοδος στο «Έργα και Ημέραι» του λέει σχετικά: «...Γιε του Ιαπετού, πιο έξυπνε απ’ όλους τους ανθρώπους, γελάς που μου έκλεψες την φωτιά, αλλά, δύστυχε, κατεργάσθηκες την συμφορά σου μ’ αυτό και την συμφορά όλων των ανθρώπων...». Και ο Οράτιος αναφερόμενος στο ίδιο μυθολογικό γεγονός επισημαίνει: «...Ο Προμηθέας έφερε το πυρ στους ανθρώπους, προσφέροντας τους κακή υπηρεσία και κακή γνώση... Μετά την αφαίρεση του πυρός από τους θεούς, αρρώστια και άγνωστοι μέχρι τότε πυρετοί έπεσαν πάνω στην γη και στους ανθρώπους και ο θάνατος που μέχρι τότε κινιόταν αργά, επιτάχυνε το βήμα του...» Η «γνώση» και το «πυρ» που έφερε ο Προμηθέας στους ανθρώπους, τους έδωσε πλούσια αγαθά και σπουδαίο πολιτισμό, αλλά είχε μέσα του και το σπέρμα της καταστροφής για να εξοβελίσει πάλι την ανθρωπότητα στο τέλος ενός κύκλου της. Ο «Προμηθέας ∆εσμώτης» του Αισχύλου μιλάει για την «γνώση» που απέκτησαν οι άνθρωποι και «πονάει» εκ μέρους όλων των ανθρώπων για ότι αυτή η γνώση συνεπάγεται: «...Πριν από μένα οι άνθρωποι ζούσαν σαν τα μωρά κι' αν έβλεπαν, δεν έβλεπαν, κι' αν άκουγαν, δεν άκουγαν, μοιάζοντας με φαντάσματα, που τρέχουν πίσω από όνειρα. ∆εν ήξεραν να κτίζουν σπίτια και ζούσαν σαν μυρμήγκια σε ανήλιαγες σπηλιές. Εγώ τους έδωσα την γνώση και τους έμαθα την τάξη. Τους δίδαξα την γεωμετρία, πώς να περιποιούνται τα δέντρα και πώς να χρησιμοποιούν τα ζώα στις δουλειές τους. Τους έμαθα τα γράμματα, τους αριθμούς και την αστρονομία. Και πλοία τους έμαθα να κατασκευάζουν για να εξερευνούν την γη. Τον χρυσό, τον άργυρο, τον χαλκό και τον σίδηρο εγώ τους έμαθα να τα βρίσκουν και να τα χρησιμοποιούν για να είναι ευτυχισμένοι. Πριν από μένα δεν υπήρχε ιατρική επιστήμη. Οι άνθρωποι, όταν αρρώσταιναν δεν είχαν ελπίδα γιατρειάς και χωρίς γιατρούς και φάρμακα μαράζωναν μέχρι να πεθάνουν. Αλλά ώ μάνα γη, για ιδές με πόσο υποφέρω τώρα επειδή τόλμησα να κλέψω από τους θεούς το πυρ...». Τέτοιες και άλλες γνώσεις μαζί με το «πυρ» του Προμηθέα είχαν περάσει από τους «γνώστες θεούς» της μυθολογικής προϊστορίας στους τότε ανθρώπους η από τον θεό της Βίβλου με το προπατορικό αμάρτημα στον Αδάμ και την Εύα και η κακή χρήση αυτών των γνώσεων, μέσα από την προαιώνια διαδικασία της εξελίξεως που θέλει τον άνθρωπο μόνιμα αντιμέτωπο με την πιο σημαντική δράση που είναι η επιλογή του καλού ή του κακού, έστρεψαν το κακό που εκπεμπόταν στην γη και σε κάθε τι υπαρκτό τελικώς εναντίον των ιδίων με αποτέλεσμα μια κοσμογονική καταστροφή που οριοθέτησε μια τόσο προηγμένη ανθρωπότητα. Ότι απέμεινε είναι αυτό που περιγράφει ο Πλάτων στον «Κριτία»: “...Εννέα χιλιάδες χρόνια πέρασαν από τότε... Από αυτούς πού κατοικούσαν τότε την χώρα μας μόνο τα ονόματα των βασιλιάδων τους σώθηκαν κι' ότι μεγάλο αυτοί έκαναν. ∆ιότι όσοι άνθρωποι απέμειναν από την θεομηνία του κατακλυσμού ήσαν αγράμματοι και ζούσαν στα βουνά. ∆εν είχαν ιδέα για το ένδοξο παρελθόν των προγόνων τους και ότι θαυμαστό αυτοί είχαν κάνει. ∆εν ενδιαφέρονταν για το παρελθόν τους διότι η ζωή τους ήταν πολύ στερημένη και πάλευαν μόνο για την αυτοσυντήρησή τους...».
Την 3η με 4η χιλιετηρίδα π.Χ. όπως όλα δείχνουν, μια νέα ανθρωπότητα ανέτειλε, ένας νέος κύκλος ανθρώπινου πολιτισμού και εξελίξεως ξεκίνησε, που φθάνει ως τις μέρες μας. Κυρίαρχη μορφή αυτής της ανατολής της ανθρωπότητας είναι ο βασιλιάς Μίνως. Η ιστορική μορφή του κινείται ανάμεσα στον μύθο και στην πραγματικότητα. Η σημαντική αυτή προσωπικότητα της Ιστορίας φαίνεται να συνδέει την μέσα κυρίως από την μυθολογία εκφρασμένη προϊστορία, που χαρακτηρίζει την περίοδο εκείνη της ανθρωπότητας που τελειώνει με τον κατακλυσμό και τα προϊστορικά-ιστορικά χρόνια πού η ιστορική τους αλυσίδα φθάνει ως την εποχή μας για τα οποία έχουμε πολύ περισσότερα στοιχεία και αναφορές. «Έτσι για τους Έλληνες ο Μίνως ήταν ημίθεος: Γιός του ∆ία και της Ευρώπης με αδέλφια τον Ραδάμανθυ και τον Σαρπηδόνα. Ο Μίνως, όμως δεν εξαντλείται ως ιστορική και μυθική ταυτόχρονα πραγματικότητα στο χώρο της Κρήτης, στον χώρο της Ελλάδος. Βρίσκεται ως πρώτος βασιλιάς και ως ιδρυτής μιας νέας γενιάς σε όλους τους σημαντικούς πολιτισμούς που άφησαν έντονα τα ίχνη τους κατά το διάβα της ιστορίας του ανθρώπου πάνω σ’ αυτόν τον πλανήτη. Ο Μίνως, ταυτοπροσωπία με παραπλήσια ονόματα, είναι ο Μίν για τους Αιγυπτίους πού ιδρύει, κατά τον Αιγύπτιο αρχιερέα Μανέθωνα, την πρώτη μετακατακλυσμιαία δυναστεία της χώρας, ο Μάνης, ο πρώτος βασιλιάς των αρχαίων λαών της Φρυγίας και της Καππαδοκίας, ο Μανιτού για τους αρχαίους λαούς της Αμερικής, ο Μανού για τους Ινδούς, ο «ηλιογενής Μανού» ο πρώτος βασιλιάς μετά τον κατακλυσμό κατά το ινδικό έπος. Και ίσως ταυτίζεται και με τον Νώε, την βιβλική μορφή που επέζησε του κατακλυσμού και είναι ο γενάρχης των Εβραίων. Υπάρχουν μυθολογικά και ιστορικά στοιχεία που κάνουν ιδιαίτερη την παρουσία του Μίνωα ως ηγέτη της αναγεννήσεως του ελληνικού κόσμου αλλά και του ευρύτερου γνωστού κόσμου. Η θεϊκή καταγωγή του από τον ∆ία, ο τόπος που βασίλευε, ως τόπος που γεννήθηκε ο ∆ίας, η φήμη του ως μεγάλου νομοθέτη και κριτή, ιδιότητα που διατήρησε και στον Άδη, η σχέση με τον αρχιτέκτονα ∆αίδαλο που του έκτισε το μοναδικό εκείνο ανάκτορο στην Κνωσό με τον μυθικό λαβύρινθο και που συνδέεται βέβαια μαζί με τον Ίκαρο με την πρώτη ανθρώπινη πτήση, επίσης η σχέση του με δύο παράξενα πλάσματα: τον Μινώταυρο, που ήταν κλεισμένος στον λαβύρινθο, και τον Τάλω, τον πρώτο μηχανικό άνθρωπο (ρομπότ;) που κατά την παράδοση ήταν ένας χάλκινος γίγαντας που πετούσε πάνω από την Κρήτη και την φρουρούσε, η διαπλοκή του με τον μύθο του Θησέα, η φήμη του ως του μέγιστου θαλασσοκράτορα και τόσα άλλα κάνουν αυτόν τον «αγαπητό συνομιλητή και φίλο του ∆ία», κατά τον Όμηρο, μια εξέχουσα, αλλά και ιδιαίτερη ως προς τον βαθμό, που μπορεί να προσδιορισθεί του τί ακριβώς ήταν, ιστορική προσωπικότητα, μεγάλου βεληνεκούς. Με τις ανασκαφές που ξεκίνησε ο Έβανς το 1900 στην Κνωσό και βγήκε στο φως το ανάκτορο του Μίνωα έγινε κάτι πολύ σπουδαίο που σπάνια γίνεται: Ένα σχεδόν μυθικό πρόσωπο τόσο σημαντικό στην ιστορία της ανθρωπότητας πήρε σάρκα και οστά. Η ανάδυση, όμως, του Μίνωα στο φως της Ιστορίας και της ιστορικής έρευνας όχι μόνο δεν τον απομυθοποίησε, αλλά του έδωσε ακόμη μεγαλύτερη αίγλη, τον έκανε ακόμη πιο «μυθικό». Τον έφερε πιο κοντά σ’ αυτήν την περίλαμπρη προϊστορία, που έφθασε μέχρι τις ημέρες μας, με τους συμβολισμούς και τις αναφορές της παγκόσμιας, μυθολογίας, κουβαλώντας τον απόηχο ενός σπουδαίου κόσμου, που υπήρξε πολύ παλιά και που μόλις σήμερα, με όσα τώρα γνωρίζουμε, μπορούμε να διαισθανθούμε πόσο αληθινός ήταν. Η σκαπάνη του Έβανς έφερε τον άνθρωπο αυτού του αιώνος, που τόσα και τόσα ραγδαία γνώρισε μέσα σ’ αυτόν, να σταθεί περιδεής μπροστά σ’ αυτήν την πραγματικότητα, αλλά χωρίς να μπορεί να την συνειδητοποιήσει πλήρως, όπως και τόσες άλλες που αντικρίζει τα τελευταία χρόνια. Ο Μινωικός πολιτισμός, που αναδύθηκε από τις ανασκαφές της Κνωσού και των άλλων περιοχών της Κρήτης, έδειξε μιαν ιδιαίτερη τεχνολογική ανάπτυξη και μιαν ιδιαίτερη επίσης ανάπτυξη στο επίπεδο των τεχνών και των κοινωνικών εκδηλώσεων, επιβεβαιώνοντας έτσι την σύνδεση του μέσω του Μίνωος με τον «μυθικό» εκείνο παλαιότερο κόσμο. Κατ’ αρχάς ο Μινωικός πολιτισμός είναι ένας πολιτισμός θαλασσοκρατόρων, που κυριάρχησε στις θάλασσες για μια μακρά περίοδο και αυτό αποδεικνύεται από το γεγονός ότι οι Μινωίτες πουθενά στις πόλεις τους δεν είχαν κατασκευάσει οχυρωματικά έργα. Βέβαια ως θαλασσοκράτορες παρουσίαζαν μια ιδιαίτερη επίδοση στην ναυπηγική και στην κατασκευή λιμενικών έργων και αυτό αποδεικνύεται σήμερα από πολλά στοιχεία που έχουν βρεθεί. Έχουν βρεθεί πλοία των Μινωιτών που δεν έχουν να ζηλέψουν τίποτα στην ναυπηγική τους τέχνη, από πλοία πρόσφατων χρόνων. Η επίδοση, επίσης, των Μινωιτών στην κατασκευαστική τέχνη των λιμένων και άλλων λιμενικών έργων είναι πραγματικά εντυπωσιακή. Σήμερα θεωρείται ότι αυτοί κατασκεύασαν το τεχνητό λιμάνι του φάρου της Αλεξάνδρειας, ένα πραγματικά γιγάντιο τεχνικό έργο, που ανακαλύφθηκε και μελετήθηκε το 1915 από τον Γάλλο μηχανικό Γκαστόν Χοντέ, και εντυπωσιάζει με τους μεγάλους κυματοθραύστες του, τις μακριές προβλήτες του και τις άλλες εγκαταστάσεις του (μέχρι και σύστημα αποχετεύσεως λυμάτων είχε προβλεφθεί, για να εμποδίζει την δημιουργία λάσπης στο λιμάνι). Άκρως εντυπωσιακή, όμως, είναι και η επίδοση των Μινωιτών στις τέχνες, όπως η ζωγραφική, όπου με την θαυμάσια και μοναδική τεχνική τους, πού εφήρμοσαν στις περίφημες ανεξίτηλες τοιχογραφίες τους, καταφέρνουν να μας εντυπωσιάζουν ακόμη και σήμερα μετά από πολλές χιλιάδες χρόνια. Η καταπληκτική τεχνική τους στην χρυσοχοΐα έκρυβε μυστικά που μόλις πρόσφατα ανακαλύφθηκαν (πριν από μερικά χρόνια ο Άγγλος τεχνικός Μέρνον ανακάλυψε το ξεχασμένο μυστικό της συγκολλήσεως χρυσών μερών που εφήρμοζαν οι Μινωίτες χρυσοχόοι).
Το ανάκτορο της Κνωσού είναι σήμερα ένας αδιάψευστος μάρτυς ότι οι Μινωίτες βρίσκονται σ’ ένα πολύ υψηλό επίπεδο τέχνης κατασκευής κτιρίων και εγκαταστάσεων. Κτισμένο στην κορυφή του λόφου Κεφάλα, λίγα χιλιόμετρα από το σημερινό Ηράκλειο, και σε μια έκταση 22 στρεμμάτων με πάνω από 1.500 δωμάτια αποτελεί πραγματικά και σήμερα ένα θαύμα αρχιτεκτονικής. Το πενταόροφο αυτό κτίριο, που κατάφερε να συνδυάσει τόσο αριστοτεχνικά τα διάφορα επίπεδά του με τον εν γένει χώρο, είναι θαυμαστό για το σύστημα των φωταγωγών του, που χάριζε αέρα και φως σ’ όλα τα δωμάτια, μέσα από εκπληκτικά παράθυρα με συρόμενες πόρτες και χρωματιστά τζάμια! Μπορεί να φαντασθεί κανείς το όλο δημιούργημα με τα προπύλαια, τις στοές με τα πολλά παράθυρα, τα κλιμακοστάσια, τους φωταγωγούς, τα πολλά επίπεδα και τις πολλές γωνίες, την πολύ ωραία κατανομή των όγκων σε διάφορα επίπεδα, σαν ένα αρχιτεκτονικό μεγαλούργημα, που θα ήταν για τον καθένα «χάρμα οφθαλμών». ∆εν ήταν, όμως, μόνο ένα μεγαλειώδες αρχιτεκτόνημα το ανάκτορο της Κνωσού, αλλά και από άποψη εφαρμοσμένης οικοδομικής τέχνης δείχνει ένα υψηλότατο επίπεδο τεχνολογικής γνώσης. Η εφαρμογή διαφόρων υδραυλικών συστημάτων στο όλο κτίσμα είναι τέτοια που μας επιτρέπει να πούμε ότι όχι μόνον είχε ως προϋπόθεση βαθύτατη γνώση της υδραυλικής επιστήμης, αλλά καί ότι ήταν ανεπτυγμένη από τους Μινωίτες, σε τέτοιο βαθμό που ποτέ πριν και ποτέ μετά, σχεδόν μέχρι την σύγχρονη εποχή, ξαναεμφανίσθηκε υδραυλική τεχνολογία τόσο τέλεια, όσο αυτή. Το όλο αποχετευτικό σύστημα είναι πράγματι ζηλευτό και εξασφαλίζει ακόμη και σήμερα, μετά από τόσες χιλιετίες, την παροχέτευση των όμβριων υδάτων με τρόπο ιδιαίτερα αποτελεσματικό! Τα αποχωρητήρια, τα λουτρά και οι εγκαταστάσεις υγιεινής ήσαν έτσι κατασκευασμένα που σωστά έχει γραφτεί ότι «η Βασίλισσα της Κνωσού είχε τόσες ευκολίες, που όλες οι μεγαλοπρέπειες των Βερσαλλιών δεν μπόρεσαν να δώσουν στην βασίλισσα της Γαλλίας» (γνωστού όντος ότι στο παλάτι της δεν υπήρχε αποχωρητήριο). Υπάρχουν πολλές ενδείξεις ότι μέχρι και σύστημα κυκλοφορίας ζεστού νερού (καλοριφέρ) διέθετε το κτιριακό συγκρότημα της Κνωσού!
Υπάρχουν όντως πολλά στοιχεία που πείθουν ότι ο Μινωικός πολιτισμός, αν και στην ανατολή της πολιτισμένης ανθρωπότητας, που συνέχειά της αποτελούμε κι' εμείς, εμφανίζεται, ιδιαίτερα και εξαιρετικά ανεπτυγμένος με γνώσεις και επιτεύγματα χωρίς προηγούμενο, αλλά και τέτοια που δεν επαναλήφθηκαν μέχρι σχεδόν την σύγχρονη εποχή. Και είναι σίγουρα δυσεξήγητο το γεγονός πως ένας τέτοιος πολιτισμός ακολουθεί μια τόσο σκοτεινή και νεκρή πολιτισμικά περίοδο του ανθρωπίνου γένους. Μήπως υπάρχει κάτι που τον ενώνει με τον μυθικό πολιτισμό του απώτερου παρελθόντος; Την περίοδο εκείνη των ανθρώπων και των «θεών» με τα άπειρα κατορθώματα, που πετούσαν όπου ήθελαν στην γη και στ’ αστέρια, που «κατακεραύνωναν» με μυστήριες πηγές ενέργειας, που ήλεγχαν δυνάμεις της φύσεως, που γνώριζαν τόσα πολλά, έτσι όπως πέρασαν μέσα από την «συλλογική μας μνήμη», την μυθολογία και ένα σωρό πανάρχαια, συγκλίνοντα ως προς τα λεγόμενα τους, κείμενα από όλους τους λαούς επί της γης; Μήπως ο συνδετικός κρίκος είναι ο «ημίθεος», ο «μυθικός» Βασιλιάς Μίνως; Και αν δεν μπορούμε να δώσουμε απάντηση στα ερωτήματα αυτά τουλάχιστον ας σκύψουμε με έναν άλλο τρόπο στις πηγές της γνώσης και της ιστορίας. Ας προσπαθήσουμε να τις προσεγγίσουμε, όχι μέσα από την πληθωρική μας «ασυνειδητότητα» που μας οδηγεί να αντιλαμβανόμαστε τον κόσμο μέσα από μια στενόμυαλη αιτιοκρατική αντίληψη, αλλά μέσα από έναν πιο διευρυμένο καί με λιγότερη προκατάληψη, ορίζοντα. ∆ιότι έχουμε μάθει προκειμένου να ερμηνεύσουμε η να μελετήσουμε κάτι σ’ αυτόν τον κόσμο, να το κόβουμε από τον μίσχο που το συνδέει με το «άπειρο σύνολο», να το απομονώνουμε απ’ οτιδήποτε άλλο για να γίνεται πιο εύπεπτο όταν το καταναλώνουμε, γλιστρώντας πάντα στις παρυφές της ουσιαστικής γνώσης. Έτσι ότι είναι έξω από την χειροπιαστή απόδειξη που βγαίνει μέσα από την εξειδικευμένη ανάλυση, προτιμούμε να υποκρινόμαστε ότι δεν το ξέρουμε και ότι δεν μας αφορά. Πόσο λάθος όμως... Οποία ουτοπία, ο «ου-τόπος» του σημείου, που έχουμε αγκιστρωθεί στους κύκλους της σπείρας του παντός, που πεισματικά θέλουμε να αγνοούμε.
Κάθε φορά που επισκεπτόμαστε έναν αρχαιολογικό χώρο, η ματιά μας, η σκέψη μας ακολουθεί ότι έχουν πει και διατυπώσει για τον χώρο αυτόν κάποιοι ειδικοί αρχαιολόγοι και μοιάζουμε σαν ένα κοπάδι τουριστών που ακολουθεί τυφλά και ακούει τον ξεναγό του, χωρίς καμία δυνατότητα παρέκκλισης από το πιάτο της γνώσης που του σερβίρεται. Όταν για πρώτη φορά επισκέφθηκα τον αρχαιολογικό χώρο στην Κνωσό βρέθηκα για λίγο κοντά σ’ έναν αγγλόφωνο όμιλο τουριστών που ακολουθούσε μία Ελληνίδα ξεναγό. Ήταν στον χώρο των ονομαζόμενων δυτικών αποθηκών όταν άκουσα την ξεναγό να λέει ότι «εδώ ήσαν αποθήκες όπου οι Μινωίτες αποθήκευαν τρόφιμα» και βλέποντας για πρώτη φορά τον συγκεκριμένο χώρο, μου γεννήθηκαν αστραπιαία μερικές «παράξενες» σκέψεις. Κατ’ αρχάς με την πρώτη ματιά, παρατηρώντας ότι οι συγκεκριμένοι αποθηκευτικοί χώροι ήσαν πολύ στενοί παράλληλοι χώροι με πολύ χοντρά τοιχώματα ανάμεσά τους και ότι στο δάπεδό τους βρίσκονταν, μικρές σχετικά, πέτρινες κρύπτες, απέρριψα αμέσως την ιδέα ότι ήσαν αποθήκες τροφίμων. Όταν παρατήρησα καλύτερα αυτές τις πέτρινες κρύπτες (πέτρινα τετράγωνα «κουτιά») είδα ότι εσωτερικά τους είχαν ένα δεύτερο τοίχωμα από ένα μαύρο στο χρώμα υλικό, που από μακριά φαινόταν σαν καρβουνιασμένο ξύλο και βέβαια αμέσως απέρριψα τέτοια εκδοχή διότι κανένα ξύλο δεν θ’ άντεχε τόσες χιλιάδες χρόνια. Αυτόματα, σχεδόν ως έμπνευση, μου γεννήθηκε μια ιδέα, Ίσως επειδή πριν λίγο καιρό είχα διαβάσει ένα βιβλίο με αναφορές στην πιθανή χρήση της πυρηνικής ενέργειας και ραδιενεργών υλικών ως καύσιμο για την κίνηση από «κάποιους» στην αρχαιότητα. «Να δείς που αυτό είναι μολύβι», είπα στον εαυτό μου, μη έχοντας δει, ακούσει η διαβάσει κανένα τέτοιο προηγούμενο, αλλά γνωρίζοντας την κατ’ εξοχήν χρησιμότητα του μολύβδου για την αποθήκευση ραδιενεργών υλικών. Ήταν τέτοια η «λάμψη» στο μυαλό μου που βιαστικά διέκοψα την ξεναγό ρωτώντας την στα ελληνικά: «Τί είναι αυτό το μαύρο υλικό που φαίνεται εσωτερικά στις πέτρινες τρύπες;» Κι’ αυτή χωρίς κανένα δισταγμό μου απάντησε: «Μολύβι». Τότε αυτή η λέξη λειτούργησε σαν μια μεγάλη αποκάλυψη μέσα μου. Όχι τόσο γιατί αισθάνθηκα τον εαυτό μου με μαντικές ικανότητες, αλλά διότι μου αποκαλύφθηκε με τον εναργέστερο τρόπο, πώς ο άνθρωπος λειτουργεί σε γνωσιακό επίπεδο και σε επίπεδο αντίληψης και συνειδητοποίησης. Φαντάζομαι ότι χιλιάδες άνθρωποι, χιλιάδες μυαλά, με ποικίλο βαθμό μορφώσεως σε ποικίλους τομείς της επιστήμης, έχουν παρελάσει μπροστά από τις πέτρινες κρύπτες με τα μολυβένια τοιχώματα. Φυσικοί, χημικοί, μηχανικοί, αρχαιολόγοι, ανθρωπολόγοι και τόσοι άλλοι σπουδαίοι στο μυαλό η ασήμαντοι άνθρωποι... Γιατί όλοι τους λειτούργησαν σαν κοπάδι; Γιατί όλοι τους «φάγανε» το εύπεπτο, που δεν αντέχει σε καμιά λογική όμως, «αποθήκες τροφίμων» και γιατί δεν αναρωτήθηκαν για το προφανές «τί δουλειά έχει το μολύβι στην αποθήκευση πραγμάτων»; Η εξήγηση είναι ότι η βαθύτερη γνώση είναι κάτι που δεν τους άφορα αφού βρίσκεται στα χέρια των ειδικών και αρκούνται να παίρνουν παθητικά και επιφανειακά ότι αυτοί τους δίνουν, ή ότι -αν είναι αναζητητές της γνώσης- είναι μόνο στον τομέα τους και συνεπώς αν υπάρχει κάτι έξω από την επιστήμη τους και την ειδικότητά τους δεν αρμόζει σ’ αυτούς να το σκεφθούν και να το αναλύσουν. Η «χωριστότητα» του ανθρώπου απ’ όλα γύρω του, ακόμη και από την ίδια του την ύπαρξη, η «αποσύνδεση» δηλαδή από την αληθινή γνώση σ’ όλο της το μεγαλείο.
Ο αρχαιολόγος έχει μάθει, με ορισμένη μεθοδολογία, να μελετά τις γραφές, τις παραδόσεις, τους αρχαίους χώρους και τα ευρήματα που ανακαλύπτει να τα ταιριάζει σε ένα συγκεκριμένο γνωσιακό οικοδόμημα απόλυτα εξειδικευμένο. Όταν διασταυρώνεται με τον μόλυβδο, να χρησιμοποιείται στην αρχαιότητα με μοναδικό τρόπο για αποθήκευση κάποιων υλικών, είναι κάτι που δεν τον αγγίζει διότι είναι τελείως έξω από το γνωσιακό του οικοδόμημα. Από την άλλη μεριά ο πυρηνικός φυσικός, ο φυσικός της Νευτώνειας φυσικής η της Κβαντοφυσικής όταν διασταυρώνεται με τον μόλυβδο να χρησιμοποιείται ως αποθηκευτικό υλικό σ’ έναν αρχαιολογικό χώρο δεν τον αγγίζει επίσης καθόλου, διότι είναι εδραιωμένη μέσα του η θέση, είναι ο τρόπος που σκέπτεται ως επιστήμονας, ότι αυτό που βιώνει και γνωρίζει και μελετά στην σύγχρονη επιστήμη του δεν έχει καμία σχέση με την αρχαιότητα και τους αρχαιολογικούς χώρους. Κι’ αυτό συμβαίνει παρ’ όλο που και ο αρχαιολόγος και ο φυσικός γνωρίζουν ότι ο ∆ημόκριτος μιλούσε ήδη από την αρχαιότητα για το άτομο και ότι ο Πυθαγόρας είχε εισχωρήσει στην βαθύτατη ουσία των αριθμών που μόλις τώρα αρχίζουμε να αναγνωρίζουμε μέσα από νεώτερες θεωρίες και αναζητήσεις της Φυσικής και των Μαθηματικών. Παρ’ όλο που ο αρχαιολόγος αντικρίζοντας διάφορα στοιχεία από τα κατάλοιπα του Μινωικού πολιτισμού αναγνωρίζει κάποια ιδιαίτερη τεχνολογική γνώση, πολύ κοντινή στην σημερινή, και ο σημερινός θεωρητικός της φυσικής επιστήμης, ή ο σημερινός τεχνοκράτης αισθάνεται ένα ιδιαίτερα υψηλό πολιτιστικό επίπεδο σε σχέση με την εποχή του, όταν έρχεται σε επαφή με αυτό που έφθασε ως τις μέρες μας από τους Μινωίτες και δεν μπορεί εύκολα να θεωρηθεί ότι είναι η φυσική εξέλιξη ανθρώπων που μόλις πριν από μερικές δεκάδες η εκατοντάδες χρόνια βγήκαν από τα σπήλαια. Τέτοιες σκέψεις φαίνεται και οι μεν και οι δε να τις απωθούν αφού είναι πολύ έξω από τον τρόπο αντίληψης, μάθησης και αντιμετώπισης του κόσμου από τον άνθρωπο. ∆ιότι ο άνθρωπος και μέσα στην ατομική του πορεία και μέσα στην εξέλιξή του μέσω των γενεών, έχει την τάση να δημιουργεί μια γνωσιακή αλυσίδα, που βασίζεται στην ανάγκη του να πιστεύει σε δογματικές ή παραδοσιακές ιδέες, έτσι ώστε να γίνεται πιο προσδιορισμένο, και άρα πιο ασφαλές γι’ αυτόν, το υπαρξιακό έδαφος που πατά. Θέλει να αφήνει την λεωφόρο που τον αποθέτει όταν ανοίγει τα μάτια του η ζωή, και να παίρνει ένα μονοπάτι-παρακλάδι να περπατήσει, μη θέλοντας να βλέπει άλλους δρόμους. Είναι ο άνθρωπος, ο μέσος άνθρωπος, που παιδί δύο χρόνων, όταν αρχίζει να μιλά, οι γνωσιακές του δυνατότητες ξεπερνούν τις δυνατότητες ενός παγκόσμιου διαδικτύου, όπως το Ίντερνετ, και όντας έφηβος πια οι δυνατότητες του εξαντλούνται μόλις στην «παπαγαλία» μερικών σελίδων ενός βιβλίου... Γι' αυτό είναι αναγκαίο σήμερα, παρά ποτέ, αν θέλουμε να αποφύγουμε την ανάπτυξη του σπέρματος της καταστροφής που η τεχνολογία που αναπτύξαμε μέσα της κυοφορεί, να εγκαταλείψουμε τα μονοπάτια που ο καθένας μας χωριστά πορεύεται και να μπούμε στην λεωφόρο της επίγνωσης, να πάψουμε να κομματιάζουμε την γνώση και να κομματιαζόμαστε κι' εμείς.
Ο μόλυβδος που χρησιμοποιήθηκε από τους Μινωίτες στα τοιχώματα αυτών των «περιέργων κασελών» προφανώς τοποθετήθηκε εκεί για να παίξει κάποιο ρόλο. Και μάλιστα δεν χρησιμοποιήθηκε για μια απλή κατασκευή, όπως ας πούμε σε αγωγούς νερού για στεγανοποίηση, έτσι όπως έκαναν οι Ρωμαίοι χιλιάδες χρόνια αργότερα και θεωρούνται από πολλούς ότι πρώτοι τον χρησιμοποίησαν. Και είναι κι’ αυτό άλλη μία άρνηση της αληθινής γνώσης καί παραχάραξη της πραγματικότητας, ν' αναγνωρίζουμε δηλαδή στους Ρωμαίους ότι πρώτοι χρησιμοποίησαν τον μόλυβδο σε υδραγωγεία και ν' αγνοούμε το γεγονός ότι οι Μινωίτες πολλά χρόνια πριν, έχοντας τέλεια υδραγωγεία και υδραυλικά συστήματα στην διάθεση τους, χρησιμοποιούσαν τον μόλυβδο αλλά για κάποιο ιδιαίτερο σκοπό και όχι σε αγωγούς νερού, γνωρίζοντας προφανώς αυτό που μετά τους Ρωμαίους γνωρίσαμε οι σύγχρονοι άνθρωποι, γι’ αυτό και καταργήσαμε την χρήση του μολύβδου σε αγωγούς με πόσιμο νερό, ότι δηλαδή ο μόλυβδος ενώνεται με χημικές ουσίες που μπορούν να βρεθούν στο νερό και οι ενώσεις του αυτές περνώντας στον άνθρωπο προκαλούν μια βαριά αρρώστια, την μολυβδίαση. Η γνώση γι’ άλλη μια φορά φαίνεται να ανακυκλώνεται... Χάνεται σε μια εποχή και ξανακερδίζεται σε μια άλλη. Οι Μινωίτες, λοιπόν, χρησιμοποιούσαν τον μόλυβδο για αποθήκευση κάποιων άγνωστων υλικών, οι Ρωμαίοι, πολύ αργότερα τον ξαναχρησιμοποίησαν, αλλά για να κατασκευάσουν υδραγωγεία, και εμείς, οι σύγχρονοι άνθρωποι, τον χρησιμοποιούμε κυρίως για να αποθηκεύουμε ραδιενεργά υλικά και να προστατευόμαστε από την επικίνδυνη ιονίζουσα ακτινοβολία, και δεν τον χρησιμοποιούμε πια στα υδραγωγεία. Ο μόλυβδος, λόγω της υψηλής του πυκνότητας, του μεγάλου ειδικού βάρους του δηλαδή (είναι 11 περίπου φορές βαρύτερος από το νερό), είναι ιδανικός για να μην αφήνει να περνά οποιασδήποτε μορφής ακτινοβολία μέσω αυτού. Έτσι χρησιμοποιείται αποκλειστικά σήμερα για να προστατευθούμε από την επικίνδυνη ακτινοβολία. Τα ακτινοβολούντα ραδιενεργά υλικά φυλάσσονται σε μολύβδινα κουτιά, οι χώροι που αυτά αποθηκεύονται ή χρησιμοποιούνται ντύνονται με φύλλα μολύβδου και οι άνθρωποι για να προστατευθούν ντύνονται με μολύβδινες στολές. Και οι συγκεκριμένοι αποθηκευτικοί χώροι με τις πέτρινες και μολύβδινες κρύπτες στο ανάκτορο της Κνωσού φαίνεται από τα κατάλοιπα πού υπάρχουν ότι είχαν στα τοιχώματά τους επένδυση από μόλυβδο. Τέτοιοι, λοιπόν, πολύ στενοί αποθηκευτικοί χώροι με πολύ χοντρούς τοίχους ανάμεσα τους, που περιέχουν μολύβδινα κουτιά στο δάπεδο τους, σε τι μπορεί να χρησίμευαν; Οτιδήποτε και να φαντασθεί κανείς που θα χρειάζονταν οι Μινωίτες να αποθηκεύσουν, όπως τρόφιμα, χρήσιμα υλικά, πολύτιμα ή μη αντικείμενα, η κοινή λογική και η κατασκευαστική σκέψη που υπακούει στην λειτουργική αναγκαιότητα -και φαίνεται βέβαιο ότι διέθεταν αρκετή απ’ αυτήν οι αρχαίοι αυτοί κατασκευαστές και χρήστες- λέγουν ότι: κατασκευάζουμε έναν, δύο ή τρείς (πάντως όχι δεκάδες όπως βλέπουμε ότι είναι οι συγκεκριμένοι) μεγάλους στεγασμένους χώρους και σε υπέργεια πιθάρια, δοχεία, κασέλες η κουτιά αποθηκεύουμε ότι θέλουμε. Και βέβαια πολύ περισσότερο, δεν μπορούμε να φαντασθούμε τους Μινωίτες με την υψηλή νοημοσύνη που φαίνεται ότι διέθεταν και το τόσο υψηλό τεχνολογικό και πολιτιστικό επίπεδο να χρησιμοποιούν τρύπες στο έδαφος για να αποθηκεύσουν τρόφιμα, δηλαδή λάδι, κρασί, δημητριακά ή άλλα, με τον κίνδυνο να σαπίσουν η ν’ αλλοιωθούν και με μεγάλη δυσκολία στο να κάνουν χρήση τους, δεδομένου ότι και ένας ακόμη άνθρωπος μέσα σ’ αυτούς τους πολύ στενούς χώρους είναι δύσκολο να λειτουργήσει. Η σκέψη ότι μπορεί να αποθήκευαν διάφορα άλλα υλικά η αντικείμενα πάλι δεν αντέχει στην λογική, αφού σίγουρα δεν θα επέλεγαν να τα χώσουν στη γη, αφού είναι τόσο πολύ δυσλειτουργικό, και ούτε χρειαζόταν να τα προστατέψουν με μολύβδινα τοιχώματα. Μένουν ίσως λίγες σκέψεις που θα μπορούσε να κάνει κάποιος για την χρησιμότητα των μολύβδινων κουτιών στο δάπεδο αυτών των χώρων του ανακτόρου που όμως μας βάζουν σε μεγαλύτερη περίσκεψη. Αποθηκεύονταν κάποια άγνωστα υγρά ή οξέα, που χρειάζονταν δοχεία με τοιχώματα από μόλυβδο, που δεν αλλοιώνεται λόγω του χαμηλού βαθμού αντιδραστικότητας που ο μόλυβδος έχει ως χημικό στοιχείο; Και γιατί όχι σε υπέργεια δοχεία που βολεύει καλύτερα, γιατί τόσο χοντρά μολύβδινα τοιχώματα, γιατί μολύβδινη επένδυση στους τοίχους; Μπορεί να ήσαν μήπως ηλεκτρικοί συσσωρευτές αφού μη ξεχνάμε πλάκες μολύβδου εμβαπτισμένες σε διάλυμα οξέος χρησιμοποιούνται στους συσσωρευτές ηλεκτρικής ενέργειας; Και γιατί τοποθετημένοι στο έδαφος. Πού είναι το μονωτικό υλικό ή οι γραμμές μεταφοράς ηλεκτρικής ενέργειας; Μικροί πυρηνικοί αντιδραστήρες; Αλλά εδώ καταλήγουμε στο ίδιο συμπέρασμα ότι οι Μινωίτες έκαναν χρήση της πυρηνικής ενέργειας...
Ο Έβανς ανακάλυψε και μελέτησε το ανάκτορο της Κνωσού στην αρχή του πρώτου μισού του αιώνα μας. Εάν αυτό γινόταν στο δεύτερο μισό, πιθανόν να συσχετιζόταν η χρήση του μολύβδου με την χρήση της πυρηνικής ενέργειας από τους Μινωίτες. Έχουν περάσει αρκετά χρόνια από τότε που περάσαμε και ξαναπεράσαμε, άπειρες φορές, μπροστά από το ανάκτορο του Μίνωα στην Κνωσό και ήμασταν σαν τους ανθρώπους στον «Προμηθέα ∆εσμώτη» του Αισχύλου πριν πάρουν το «πυρ» και άρα και τη «γνώση», που «έβλεπαν και δεν έβλεπαν, που άκουγαν και δεν άκουγαν». Το «πυρ» όπως φαίνεται, βρίσκεται ήδη στην κατοχή μας, μήπως ήρθε η ώρα να πάρουμε και την «γνώση»; Άλλωστε και η «γνώση» με «κβαντικά άλματα» κατακτιέται...

                                                
                                                                     Δρ Ιωάννης Δαύρος (Πρώτη δημοσίευση: "Ιδεοθέατρον") 


Κυριακή 23 Αυγούστου 2015

ΑΠΟΔΕΙΧΘΗΚΕ ΟΤΙ Ο ΜΙΝΩΪΚΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΑΡΧΑΙΟΤΕΡΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ!




Ο πρώτος μεγάλος πολιτισμός της Ευρώπης, που προηγήθηκε μάλιστα των άλλων που διδασκόμαστε (σκοπίμως;) ως αρχαιοτέρων, ήταν ο Μινωικός, όπως αποδεικνύεται πλέον από την γενετική, ο οποίος μάλιστα ήταν αυτόχθον και έτσι θεωρείται πιά βέβαιο ότι οι αρχαίοι Κρητικοί ήταν οι πρώτοι Έλληνες και άρα οι πρώτοι Ευρωπαίοι και ότι οι απόγονοί τους ζουν ακόμη ανάμεσά μας!



Το όλο επιστημονικό επίτευγμα της σημαντικής αυτής ανακάλυψης φέρει τη σφραγίδα ενός κορυφαίου επιστήμονα στον τομέα του παγκοσμίως, του καθηγητή Ιατρικής και Γενετικής και διευθυντή του Ιατρικού Κέντρου Markey Molecular στο Πανεπιστήμιο της Ουάσινγκτον, του δρ Γεωργίου Σταματογιαννόπουλου, που κατάγεται από τη Μάνη. Στη σχετική έρευνα συμμετείχαν ο καθηγητής Ιατροδικαστικής κ. Μανώλης Μιχαλοδημητράκης, ο αρχαιολόγος Αντώνης Βασιλάκης και βασίστηκε κυρίως σε ευρήματα, όπως οι μινωικοί σκελετοί στο Οροπέδιο Λασιθίου, που βρήκε και διέσωσε ο αείμνηστος αρχαιολόγος Νίκος Παπαδάκης.




Ο κορυφαίος Έλληνας γενετιστής Γ. Σταματογιαννόπουλος λέει σχετικά: «Η επιστημονική μας αποκάλυψη, που λόγω της μεθόδου μιτοχονδριακού DNA έχει απόλυτα τεκμηριωμένα ντοκουμέντα ανάλυσης μη αμφισβητήσιμα, αποδεικνύει ότι ακόμη και ο μεγάλος σκαπανέας της Κνωσού, ο Άρθουρ Έβανς, όταν, συνεχίζοντας τις πρώτες ανασκαφές του Καλοκαιρινού, έφερνε στην επιφάνεια το κορυφαίο αυτό ανάκτορο, δεν μπορούσε να φανταστεί ότι τελικά αυτός ο όμορφος και προηγμένος πληθυσμός πριν 4.500 χρόνια, με τον ανώτερο πληθυσμό σε γνώση, πολιτισμό και τεχνολογία, τελικά ήταν αυτόχθονας πληθυσμός και όχι "μετανάστες" άλλου πολιτισμού από την Αίγυπτο ή τη Λιβύη...». Εξ' άλλου το διάσημο επιστημονικό περιοδικό "Νature", το οποίο έχει δημοσιεύσει τα αποτελέσματα της έρευνας με τίτλο "Ευρωπαϊκός ο πληθυσμός στην Κρήτη της Μινωικής Εποχής του Χαλκού", γράφει ότι οι αναλύσεις σε οστά Μινωιτών δεν αφήνουν την παραμικρή αμφιβολία ότι οι αρχαίοι κάτοικοι του Ελληνικού νησιού ήταν απόγονοι νεολιθικών Ευρωπαϊκών πληθυσμών, οι οποίοι μάλιστα βρίσκονται σε αδιατάρακτη συνέχεια με τους σημερινούς πληθυσμούς της Δυτικής Ευρώπης και κυρίως με τους κατοίκους της περιοχής του Οροπεδίου Λασιθίου και άρα με την πλειοψηφία των σημερινών κατοίκων της Κρήτης! Επιπροσθέτως τα ευρήματα αυτά εναρμονίζονται και με τα αρχαιολογικά στοιχεία που έχουν έρθει στο φως και δείχνουν ότι η Κρήτη, σε αντίθεση με τα όσα πιστεύονταν έως πρότινος, είχε κατοικηθεί και στην Παλαιολιθική Εποχή, όπως έχουν αποδείξει διάφορες έρευνες και κυρίως εκείνη της καθηγήτριας Αρχαιολογίας του Πανεπιστημίου Κρήτης κ. Κατερίνας Κόπακα στην ακριτική Γαύδο.
Συγκεκριμένα οι ερευνητές από τις ΗΠΑ και την Ελλάδα ανέλυσαν σκελετικά υπολείμματα Μινωιτών από αρχαιολογικές θέσεις της κεντρικής και νότιας Κρήτης με τη μέθοδο του μιτοχονδριακού DNA, μίας μεθόδου πολύ πιο εξειδικευμένης από τη μέθοδο του κυτταρικού DNA, αποδεικνύοντας ότι οι κάτοικοι του νησιού μας την εποχή της μεγάλης ακμής, εκείνης του Χαλκού, πριν από 5.000 χρόνια περίπου, προήλθαν από πληθυσμούς που ζούσαν στο νησί 9.000 χρόνια πριν και έχουν συγκλονιστική γενετική ομοιότητα με τους σημερινούς Ευρωπαίους. Αυτό, σύμφωνα με τον κ. Σταματογιαννόπουλο, δε σημαίνει απλά ότι οι αρχαίοι Κρήτες ήταν Ευρωπαίοι, αλλά και το ότι τα ίδια φύλα μετανάστευσαν και σε μέρη της Γηραιάς Ηπείρου.




Στους πίνακες φαίνεται η εξαιρετικά κοντινή σχέση των Μινωιτών με τους σύγχρονους Κρητικούς και αποδεικνύεται ότι οι κάτοικοι του Οροπεδίου Λασιθίου είναι σχεδόν ίδιοι με τους Μινωίτες, ενώ γενικά μεγάλες είναι οι ομοιότητες και με τους υπόλοιπους ελληνικούς πληθυσμούς.
 
Ο Γ. Σταματογιαννόπουλος αποκαλύπτει έτσι με τις έρευνες αυτές ότι η καταγωγή των προγόνων των σύγχρονων Κρητών βρίσκεται σε ευθεία γραμμή με τους πρώτους πληθυσμούς πάνω στην Κρήτη, αδιάλειπτα εδώ και 9.000 χρόνια και λέει σχετικά: «Δουλέψαμε με τη μέθοδο του μιτοχονδριακού DNA, δίνοντας την απόδειξη στην πίστη μέχρι χθες ορισμένων Ελλήνων αρχαιολόγων για δεκαετίες τώρα, ότι οι Μινωίτες ήταν αυτόχθονες και όχι από την Αίγυπτο καταγόμενοι, όπως νόμιζε ο Έβανς. Αυτό είναι το επίτευγμά μας σήμερα, ότι το αποδείξαμε πως είναι έτσι ακριβώς. Πήραμε από μινωικούς σκελετούς, που ο αείμνηστος αρχαιολόγος Νίκος Παπαδάκης εντόπισε σε σπήλαιο στο Οροπέδιο Λασιθίου - από 69 τέτοιους σκελετούς μάς ήταν χρήσιμοι μόνο οι 37, και βρέθηκαν όλοι στο σπήλαιο του Αγίου Χαράλαμπου στο Οροπέδιο - τα δόντια τους. Στα δόντια, παρότι έχουν περάσει τόσες χιλιάδες χρόνια, ένα τμήμα DNA διατηρείται. Βγάλαμε το μιτοχονδριακό DNA, το οποίο σε αντίθεση με το πυρηνικό, που είναι όλα τα γονίδιά μας, είναι μόνο στο ωάριο της γυναίκας και μεταδίδεται από μάνα σε παιδιά και από κόρες στα παιδιά τους, αυτό καλείται και μητρική κληρονομικότητα. Πήγαμε έτσι 4.000 χρόνια πίσω περίπου, στο 2500 π.Χ., μελετώντας τα δόντια, και βρήκαμε ότι οι Μινωίτες αυτοί δεν είχαν καμία σχέση με Αιγύπτιους, Λίβυους ή άλλους από την Αφρική. Αντίθετα είχαν ταύτιση με κατοίκους της Νοτίου Ευρώπης, της Βορειοδυτικής Ευρώπης, και πηγαίνοντας άλλα 5.000 χρόνια πίσω, με το νεολιθικό τύπο, που ξεκινώντας από τα βάθη της Μεσοποταμίας έφτασε Καππαδοκία, Μικρά Ασία, και από εκεί ένας κλάδος του κινήθηκε προς την Ευρώπη, βόρεια, και ένας άλλος, περνώντας από τα νησιά, κατέληξε στην Κρήτη. Αυτό όμως φτάνει μέχρι σήμερα με το μιτοχονδριακό DNA να ταυτίζεται απόλυτα με τους σημερινούς κατοίκους του Οροπεδίου Λασιθίου».
 

Χάρτης γεωγραφικής πυκνότητας των γραμμών κοινού μιτοχονδριακού DNA. Το μπλε αντιπροσωπεύει το ποσοστό κοινών γραμμών προέλευσης, με τα υψηλότερα ποσοστά να αντιπροσωπεύονται με μπλε και τα χαμηλότερα ποσοστά με λευκό. Οι κόκκινες κουκκίδες υποδηλώνουν την προέλευση καθενός εκ των 71 σύγχρονων και των 11 αρχαίων πληθυσμών που περιλήφθηκαν στην ανάλυση. Στον πίνακα βλέπουμε τις κοινές γραμμές προέλευσης των Μινωιτών και 71 άλλων πληθυσμιακών ομάδων.

Χρησιμοποιώντας αυστηρά επιστημονικά τεκμήρια, οι επιστήμονες έβαλαν στο μικροσκόπιο τα οστά 37 Μινωιτών, που επελέγησαν ανάμεσα σε εκείνα που βρέθηκαν σε καλή κατάσταση διατήρησης στο Οροπέδιο Λασιθίου, και εξέτασαν τα δείγματα σε δύο εργαστήρια με δύο διαφορετικές μεθόδους. Τα αποτελέσματα απέκλεισαν την καταγωγή από τη βόρεια Αφρική, που είχε εκφραστεί ως θεωρία, με αφορμή τις σχέσεις μεταξύ του Μινωικού και του Αιγυπτιακού πολιτισμού. Αντίθετα, απέδειξαν στενή σχέση με τους νεολιθικούς και σύγχρονους ευρωπαϊκούς λαούς, κάτι που ερμηνεύεται ως το αποτέλεσμα της μετανάστευσης νομάδων 9.000 χρόνια πριν στη Γηραιά Ήπειρο και από εκεί στην Κρήτη. Σύμφωνα δε με τους επιστήμονες, ο Μινωικός Πολιτισμός πιθανότατα αναπτύχθηκε από αυτόχθονες Κρητικούς πληθυσμούς κατά την Εποχή του Χαλκού.
Με τον τρόπο αυτό μπαίνει ένα τέλος στη μακραίωνη συζήτηση που ξεκίνησε ο ανασκαφέας της Κνωσού και θεμελιωτής της μινωικής αρχαιολογίας, Σερ Άρθουρ Έβανς, για την καταγωγή των αρχαίων κατοίκων της Κρήτης. Σύμφωνα με το Βρετανό αρχαιολόγο, τις μεγαλύτερες πιθανότητες συγκέντρωνε η βόρεια Αφρική, κάτι που εξηγούνταν από την ομοιότητα μεταξύ των δύο πολιτισμών, της προϊστορικής Αιγύπτου και της Κρήτης. Άλλοι στο διάβα των δεκαετιών πρότειναν τη "λύση" στην περίπλοκη αυτή "εξίσωση" της κυκλαδικής, βαλκανικής, ανατολικής ακόμα και μεσανατολικής καταγωγής. Όμως τα δείγματα από τους προανακτορικούς θολωτούς τάφους της Οδηγήτριας στη Μεσαρά, ηλικίας 4.400-3.700 χρόνων πριν από σήμερα, σε συνδυασμό με τους μινωικούς σκελετούς στο Οροπέδιο Λασιθίου, "μίλησαν" με διαφορετικό τρόπο, λύνοντας το μυστήριο. Σύμφωνα με την ευρέως αποδεκτή θεωρία, οι νεολιθικοί ευρωπαϊκοί πληθυσμοί προέκυψαν από νομάδες της Ανατολίας και του εύφορου ημισέληνου της Μέσης Ανατολής, που έφτασαν στη Γηραιά πριν από 9.000 χρόνια περίπου. Αυτοί οι πρώτοι ευρωπαϊκοί πληθυσμοί έφτασαν και την Κρήτη, όπου αναπτύχθηκαν ως αυτόχθονες, θεμελιώνοντας το Μινωικό Πολιτισμό, τον πρώτο που μεγαλούργησε στην ήπειρό μας. Έχει επίσης υποτεθεί ότι, εκτός από τη γεωργία, οι πρώτοι αυτοί πληθυσμοί έφεραν μαζί τους και την ινδοευρωπαϊκή γλώσσα, κλάδος της οποίας είναι και η γλώσσα που μιλούσαν οι Μινωίτες.
Στο σχετικό δημοσίευμα του παγκοσμίου κύρους ιατρικού περιοδικού "Nature", με τον εμφατικό τίτλο "Οι Μινωίτες ήταν Ευρωπαίοι και γενετικά παρόμοιοι με τους σημερινούς Κρητικούς", μεταξύ των άλλων, αναφέρεται: "Ο πρώτος σημαντικός ευρωπαϊκός πολιτισμός αναπτύχθηκε στην Κρήτη πριν από περίπου 5.000 χρόνια. Ο πολιτισμός αυτός της αρχαίας Κρήτης ονομάστηκε "Μινωικός" για πρώτη φορά στις αρχές του 20ού αιώνα, από το Βρετανό αρχαιολόγο Άρθουρ Έβανς, ως αναφορά στο μυθικό βασιλιά Μίνωα. Βασισμένος στις φαινομενικές ομοιότητες ανάμεσα στα αρχαιολογικά ευρήματα της Μινωικής Περιόδου και αυτά της Αιγύπτου και της Λιβύης, ο Σερ Άρθουρ Έβανς πρότεινε ότι οι ιδρυτές του Μινωικού Πολιτισμού ήταν μετανάστες από τη Βόρεια Αφρική. Στη συνέχεια άλλοι αρχαιολόγοι υποστήριξαν ότι οι Μινωίτες μπορεί να μετανάστευσαν στην Κρήτη από άλλες περιοχές, όπως η Μέση Ανατολή, η Τουρκία και τα Βαλκάνια. Τώρα, ομάδα ερευνητών από την Ελλάδα και τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής χρησιμοποίησε ανάλυση μιτοχονδριακού DNA από μινωικούς σκελετούς, προκειμένου να προσδιορίσει την καταγωγή αυτών των αρχαίων προγόνων μας. Τα αποτελέσματά τους δημοσιεύτηκαν στην επιστημονική επιθεώρηση "Nature Communications", στο τεύχος που κυκλοφόρησε στις 14 Μαΐου. Η ομάδα των ερευνητών καταλήγει ότι ο Μινωικός Πολιτισμός αναπτύχθηκε από αυτόχθονες κατοίκους της Κρήτης κατά την Εποχή του Χαλκού, οι οποίοι ήταν απόγονοι των πρώτων ανθρώπων που αποίκισαν το νησί, 9.000 χρόνια περίπου πριν από σήμερα. Στη μελέτη χρησιμοποιήθηκαν δείγματα από σκελετούς 37 ατόμων που βρέθηκαν σε μια σπηλιά στο Οροπέδιο του Λασιθίου, στην Κρήτη. Μιτοχονδριακό DNA από τα δείγματα αυτά συγκρίθηκε με αλληλουχίες από άλλους 135 σύγχρονους και αρχαίους ανθρώπινους πληθυσμούς. Τα αποτελέσματα της μελέτης δείχνουν ότι το μιτοχονδριακό DNA των Μινωιτών δεν έχει ομοιότητες με τους Αιγύπτιους, Λίβυους και άλλους αφρικανικούς πληθυσμούς. Αντίθετα, οι Μινωίτες έχουν μεγάλη γενετική ομοιότητα με τους σύγχρονους ευρωπαϊκούς πληθυσμούς. Μάλιστα, η ανάλυση έδειξε υψηλό ποσοστό συγγένειας των Μινωιτών με το σύγχρονο πληθυσμό της Κρήτης, αλλά και την υπόλοιπη Ελλάδα." 


Πέμπτη 21 Μαΐου 2015

ΑΡΧΑΙΟΣ ΝΑΟΣ ΘΑΥΜΑ ΕΠΙΣΤΗΜΟΝΙΚΗΣ ΓΝΩΣΗΣ ΚΑΙ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΑΣ!



Ο ναός του Επικούριου Απόλλωνα περιστρέφεται, εκ κατασκευής, προσανατολιζόμενος στο Σύμπαν και ακολουθώντας τον "κοσμικό ρυθμό"..!



Στην Φιγαλεία, στα σύνορα μεταξύ Αρκαδίας και Μεσσηνίας, υψώνεται σε υψόμετρο 1130 μέτρων ο επιβλητικός ναός του Επικούριου Απόλλωνα, ο οποίος χτίστηκε τον 5ο π.Χ αιώνα και ως αρχιτέκτονας του ναού αναφέρεται από τον Παυσανία ο Ικτίνος. Είναι ένα απ΄τα καλύτερα διατηρημένα στον χρόνο μνημεία της αρχαίας Ελλάδας και είναι θεμελιωμένος πάνω στο βράχο του όρους Κωτιλίου, όπου βρισκόταν η αρχαία πόλη Βάσσες. Όλα καλά ως εδώ, αλλά το εκπληκτικό είναι ότι ο ναός περιστρέφεται και αυτό ελάχιστα δυστυχώς το διδάσκουν, στα εκπαιδευτικά ιδρύματα (ιδιαίτερα τα δικά μας)..! Περιστρέφεται γύρω από τον άξονα του κατά 50,2 δευτερόλεπτα της μοίρας, όση είναι και η ετήσια μετάπτωση των ισημεριών με στόχο να βλέπει συνεχώς το ίδιο αστρικό σημείο και τα μυστήρια δεν τελειώνουν εκεί, καθώς η πλαγιά είναι διαμορφωμένη τεχνητά και ο ναός τοποθετήθηκε πάνω σε αυτή ακολουθώντας τον άξονα βορρά προς νότο σε αντίθεση με τους υπόλοιπους ναούς. Για να πετύχουν την ολίσθηση του ναού τοποθέτησαν πάνω στην πλάκα και ένα στρώμα αργίλου και βότσαλα θαλάσσης και πάνω σε αυτά τα στρώματα τοποθετήθηκαν τα θεμέλια του ναού. Το αστρικό σημείο, λοιπόν, που στοχεύει ο αρχαίος αυτός ναός, και που από μόνο του είναι άξιο εξαιρετικού θαυμασμού, είναι ο Σείριος, το άστρο του Κυνός, από το οποίο κατάγεται σύμφωνα με τη "μυθολογία" ο Θεός Απόλλων. Ερωτηματικό παραμένει πως μπορούσαν οι αρχαίοι Έλληνες να χτίζουν Παρθενώνες και περιστρεφόμενους ναούς, αλλά και το πώς υπολόγισαν ότι για να στοχεύει ο ναός του Επικούριου Απόλλωνα τον Σείριο πρέπει να γυρνάει κατά 50,2 δευτερόλεπτα της μοίρας ίση με την ετήσια μετάπτωση των ισημεριών, γεγονός που από μόνο του δείχνει ένα κατά πολύ υψηλότερο γνωσιακό και τεχνολογικό επίπεδο από αυτό που τους αποδίδουμε...
Ας δούμε, όμως, κάποιες τεχνικές λεπτομέρειες και ποιά είναι αυτά τα μυστικά που αποκάλυψαν οι ιερείς του Απόλλωνα και τα έκανε πράξη ο Ικτίνος κατασκευάζοντας έναν εντελώς παράξενο ναό. Η πλαγιά, που είναι χτισμένος ο ναός έχει διαμορφωθεί τεχνητά σε οριζόντιο επίπεδο και ο ναός τοποθετήθηκε έκκεντρα πάνω σε αυτή, με προσανατολισμό που και πάλι θεωρείται παράξενος διότι δεν ακολουθεί τον συνήθη προσανατολισμό των ναών στον  άξονα ανατολή-δύση, αλλά του άξονα βορρά-νότου. Πρέπει να επισημανθεί ότι οι αρχαίοι Ελληνικοί ναοί δεν ήταν τυχαία αρχιτεκτονήματα, δεν κατασκευάσθηκαν μόνο για να στεγάσουν την αρχαία λατρεία, αλλά για να αποτυπώσουν την αρμονία του σύμπαντος και μέσα τους είναι εγγεγραμμένη η βαθειά γνώση που συνδέει τη Γη με τον Ουράνιο θόλο, τον άνθρωπο με το άπειρο. Όσο για την κατασκευή του αυτή καθ' εαυτή, ας δούμε μερικές χαρακτηριστικές λεπτομέρειες. Η πλαγιά διαμορφώθηκε τεχνητά και δημιουργήθηκε μία πέτρινη “ειδική” βάση που πάνω σε αυτή τοποθετήθηκε ο ναός. Ετσι ο ναός γλυστρούσε  και περιεστρέφετο, όπως διαπίστωσαν οι αρχαιολόγοι, όχι τυχαία, αλλά σκόπιμα... Ολόκληρο το οικοδόμημα στηρίζεται πάνω σε μιά ασυνήθιστη υπόγεια βάση και στην ανατολική πλευρά του ναού υπάρχει σε βάθος δύο μέτρων, ένα στρώμα προσεκτικά λαξευμένου βράχου,  ένα κεκλιμένο επίπεδο δηλαδή, με κλίση προς τον νότο. Στην νότια πλευρά όμως τα πράγματα είναι διαφορετικά. Εκεί ο ναός "κάθεται" πάνω σε φερτά υλικά και συγκεκριμένα σε ένα στρώμα από κιτρινωπό πηλώδες χώμα και θαλάσσια βότσαλα. Το αποτέλεσμα ήταν ότι ολόκληρος ο ναός γλιστρούσε και περιστρέφετο αργά γύρω από έναν κατακόρυφο άξονα στα θεμέλια του στην ΝΑ γωνία του. Για να διεκολυνθεί αυτή η περιστροφή και να αποσβένονται οι κραδασμοί, ολόκληρη η βάση του ναού είναι κατασκευασμένη από αλλεπάλληλα στρώματα πλακών που συνδέονται μεταξύ τους με μεταλλικούς συνδετήρες γύρω από τους οποίους έχει χυθεί μόλυβδος, όντας έτσι η όλη κατασκευή, ένα προσεκτικά προμελετημένο επίτευγμα των αρχαίων κατασκευαστών του. Η ιδιότυπη αυτή βάση του ναού κατασκευάσθηκε αφού προηγουμένως υπολογίσθηκαν πολύ προσεκτικά, το βάρος του, όπως και η γωνία στροφής του, που λόγω της μελετημένης κλίσης της και της τοποθετήσεως του κατακορύφου υπόγειου άξονα στη νοτιοανατολική γωνία του, επέτρεπε  στον ναό να ολισθαίνει πάνω σε αυτή, με σκοπό να στοχεύει διαρκώς στο ίδιο αστρικό σημείο, που είναι ο Σείριος, όπως προείπαμε, ένας αστερισμός με ιδιαίτερη σημαντικότητα για όλους τους αρχαίους πολιτισμούς, που "τυχαίνει" να είχαν ιδιαίτερα μεγάλες γνώσεις και τεχνολογία. Το εκπληκτικό όμως είναι, ότι με αυτήν την περιστροφή, κατά τα 50,2'' της μοίρας, ο ναός παρακολουθούσε την ετήσια μετάπτωση των Ισημεριών! Και για να γίνει πιό κατανοητό αυτό πρέπει να αναφερθεί ότι ο άξονας της γης δεν είναι ένα σταθερό σημείο και ότι, λόγω της μετάπτωσης των ισημεριών, αλλάζει θέση χρόνο με τον χρόνο, αφού έχει μία κλίση 23,5 μοίρες και διαγράφει έναν πλήρη κύκλο (τον "μεγάλο ενιαυτό" κατά τον Πλάτωνα) κάθε 25.920 χρόνια, δηλαδή όσο κάνει και ο Ήλιος για να διέλθει και από τα δώδεκα ζώδια (2160 χρόνια σε κάθε ζώδιο)..!
Και φυσικά όλα αυτά τα στοιχεία δείχνουν ότι οι αρχαίοι Έλληνες-κατασκευαστές του ναού διέθεταν μία υπέρτερη, αλλά και ολιστική γιά το σύμπαν γνώση, που στο μεγαλύτερο μέρος της έχει πλέον ξεχασθεί...




Σάββατο 18 Απριλίου 2015

ΟΙ (ΑΓΝΩΣΤΕΣ) ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΠΥΡΑΜΙΔΕΣ ΠΟΥ ΑΝΑΤΡΕΠΟΥΝ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ, ΟΠΩΣ ΜΑΣ ΤΗΝ ΕΜΑΘΑΝ!



Ο ΑΡΚΑΣ ΠΡΩΤΟΠΟΡΟΣ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΟΣ Θ. ΣΠΥΡΟΠΟΥΛΟΣ ΜΑΣ ΠΑΡΟΥΣΙΑΖΕΙ ΤΙΣ ΕΛΛΗΝΙΚΕΣ ΠΥΡΑΜΙΔΕΣ ΚΑΙ ΤΙΣ ΕΚΠΛΗΚΤΙΚΕΣ ΕΡΕΥΝΕΣ ΤΟΥ ΓΙ' ΑΥΤΕΣ, ΠΟΥ ΑΝΑΤΡΕΠΟΥΝ ΤΗΝ ΙΣΤΟΡΙΑ, ΟΠΩΣ ΔΙΔΑΣΚΕΤΑΙ..!


ΑΜΦΕΙΟΝ: ΕΝΑ ΧΑΜΕΝΟ ΚΟΜΜΑΤΙ ΤΗΣ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΕΡΧΕΤΑΙ ΣΤΟ ΦΩΣ
Η πυραμίδα του Αμφίονος αποτελεί ίσως την πιο ανατρεπτική σύγχρονη αρχαιολογική ανακάλυψη! Με την ανεύρεση της αποκαλύπτεται ένας κόσμος ξεχασμένος, ένας πολιτισμός που θέτει σε νέα βάση τη θεωρία των πυραμίδων, οδηγώντας έτσι τους Έλληνες στη διεκδίκηση άλλης μίας σημαντικής πρωτιάς. Ο θαυμαστός κόσμος της ελληνικής Ιστορίας επιβεβαιώνει και πάλι το μεγαλείο του!
Η βιβλιογραφία σχετικά με τις πυραμίδες και τα πυραμιδοειδή κτίσματα στον ελληνικό χώρο διευρύνεται τα τελευταία χρόνια μαζί με τα μνημεία που αποκαλύπτονται ή ερευνώνται εκ νέου, ιστορικά, μορφολογικά και λειτουργικά. Ειδικότερα τα πυραμιδοειδή μνημεία της Αργολίδας, για τα οποία θα μιλήσουμε παρα κάτω, θεωρήθηκαν φρυκτωρίες (κτίρια στα οποία άναβαν φωτιά για να μεταδώσουν ένα μήνυμα μακριά) ή χώροι στρατωνισμού και, πάντως, ο χρονικός τους προσδιορισμός έγινε, κατ’ αρχήν, με εξωγενή ιστορικά κριτήρια, δηλαδή την αυθαίρετη προϋπόθεση (προσέξτε:) ότι πυραμίδες και πυραμιδοειδή κτίσματα σχον ελληνικό χώρο ήσαν αδιανόητα πριν από την εκστρατεία του Μεγάλου Αλεξάνδρου στην Αίγυπτο, την «κοιτίδα» των πυραμιδικών κατασκευών!

Η ΑΝΑΚΑΛΥΨΗ ΤΟΥ ΤΑΦΟΥ ΔΥΟ ΗΡΩΩΝ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΜΥΘΟΛΟΓΙΑΣ
Τα μορφολογικά και χρονολογικά ζητήματα των πυραμίδων του ελλαδικού χώρου τέθη καν σε νέα βάση με την έρευνα του μνημειακού χώρου του Αμφείου, στη Θήβα της Βοιωτίας. Συγκεκριμένα, με την ανασκαφική έρευνα κατεδείχθη ότι ο λόφος στον οποίο, σύμφωνα με το θρύλο, είχαν ταφεί οι Θηβαίοι Διόσκουροι, ο Ζήθος και ο Αμφίων, είχε δια μορφωθεί σε βαθμιδωτό πυραμιδικό μνημείο!
Για την τοπογραφία και την ονοματοθεσία του λόφου αυτού υπήρχαν βάσιμες και ασφαλείς καταγραφές της αρχαίας Παράδοσης. Οι τραγικοί ποιητές της Αθήνας του 5ου και 4ου αιώνα π.Χ., οι οποίοι άντλησαν θέματα της δραματουργίας τους από το λεγόμενο Θηβαϊκό Κύκλο, δηλαδή από τις τραγικές τύχες του Οίκου των Λαβδακιδών, τοπογράφησαν κατ’ ανάγκην σημεία του φυσικού και μνημειακού περιβάλλοντος των Θηβών, στο πλαίσιο των οποίων εξελίχθηκε η δράση των ηρώων των τραγωδιών τους.
Πρώτος ο Αισχύλος, στο δραματικό του αριστούργημα Επτά επί Θήβας, μας άφησε μια λαμπρή περιγραφή και αναφορά στα φυσικά ορόσημα της θηβαϊκής Ακρόπολης -της Καδμείας- αλλά και στις πύλες του τείχους της. Μπροστά από αυτά τα τείχη είχαν παραταχθεί οι επτά λοχαγοί της εκστρατείας των Πελοποννησίων εναντίον της Θήβας, προκειμένου να εγκαταστήσουν στον θρόνο των Λαβδακιδών τον εκδιωχθέντα Πολυνείκη.

Η ΤΕΡΑΣΤΙΑ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΑΝΑΚΑΛΥΨΗΣ ΤΗΣ «ΜΕΓΑΛΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΠΥΡΑΜΙΔΑΣ»
Η εποχή μας είναι αδιαμφισβήτητα η εποχή που οι Μεσανατολικοκεντρικές θεωρίες μεσουρανούν και επιβάλλουν τις επιδράσεις και τις παραμέτρους τους σε πάρα πολλούς τομείς και της φανερής και της αφανούς καθημερινότητας.
Όμως στην άσημη σημερινή Θήβα, ακριβώς στο σημείο που η αρχαία Παράδοση αλλά και όλες οι γραπτές μαρτυρίες τον τοποθετούσαν, έγινε πριν τριάντα περίπου χρόνια από τον αρχαιολόγο Θεόδωρο Σπυρόπουλο μια κοσμοϊστορικής σημασίας ανακάλυψη, που ωστόσο μένει άγνωστη και παραγκωνισμένη, αν και μπορεί να αλλάξει όλα τα μέχρι σήμερα ιστορικά -και όχι μόνο- δεδομένα: Βρέθηκε ο πανάρχαιος τάφος των Διόσκουρων, Ζήθου και Αμφίονος, που σύμφωνα με όλες τις πηγές είχαν ταφεί μαζί!
Γιατί όμως αυτή η ανακάλυψη είναι τόσο σημαντική;
Όχι μόνο επειδή ο επισκέπτης μπορεί σήμερα να αγγίξει πλέον το ίδιο το μνημείο όπου τάφηκαν δύο ήρωες της ελληνικής μυθολογίας! Πράγμα δηλαδή που σημαίνει ότι αυτοί οι ήρωες όντως έζησαν και μαζί τους διαδραματίστηκαν αληθινά γεγονότα, που κάποιοι μας έχουν συνηθίσει να θεωρούμε ως συμβάντα ενός ομιχλώδους χρόνου, μέσα στον οποίο τοποθετούμε πρόσωπα κατ καταστάσεις ουσιαστικά ανύπαρκτες ή το πολύ πολύ συμβολικές!
Πέρα όμως από αυτή τη συγκλονιστική επιβεβαίωση υπάρχει και κάτι άλλο, ακόμη πιο συνταρακτικό: Ο τύμβος μέσα στον οποίο βρέθηκε ο τάφος των ηρώων, αποτελεί το τελευταίο τμήμα -την κορυφή δηλαδή- μιας τεράστιας βαθμιδωτής πυραμίδας, η οποία είναι ολόκληρος ο σημερινός λόφος του Αμφείου! Και αυτός ο λόφος διατρέχεται από ατελείωτες -και ανεξερεύνητες- υπόγειες στοές ύψους πέντε μέτρων, σκαμμένες στον βράχο!
Ίσως, ωστόσο, το συνταρακτικότερο να είναι ότι η Μεγάλη αυτή Ελληνική Πυραμίδα, μπορεί να χρονολογηθεί με ασφάλεια γύρω στο 2700 π.Χ.! Πράγμα δηλαδή που σημαίνει ότι είναι σαφώς αρχαιότερη από τη Μεγάλη Πυραμίδα του Χέοπα, αλλά και από την αρχαιότερη αιγυπτιακή πυραμίδα, αυτή του Ζόζερ!
Με λίγα λόγια, το πυραμιδικό σχήμα είναι ελληνικής επινόησης και από εδώ «εξήχθη» στην Αίγυπτο, αλλά και σε όλο τον υπόλοιπο κόσμο! Βέβαια το θέμα έχει ακόμη μεγαλύτερες προεκτάσεις, αφού αυτό το ίδιο το πυραμιδικό σχήμα προϋποθέτει και σημαίνει προϋπάρχουσες θρησκευτικές, πολιτικές, κοινωνικές και άλλες παρεμφερείς δομές!
Καταλαβαίνουμε λοιπόν πόσα πράγματα ανατρέπει η καταπληκτική ανακάλυψη του Θ. Σπυρόπουλου… Η ελληνική Μυθολογία καθίσταται πλέον, με τεκμήρια και ευρήματα, ελληνική Ιστορία και μάλιστα μιάμιση χιλιετηρίδα παλαιότερη από όσο θέλουν εναγωνίως κάποιοι να την παρουσιάζουν! Χαμογελά κανείς τώρα, όταν σκέφτεται τον τρόπο που επίσημα χρονολογείται ένα άλλο πυραμιδικό ελληνικό κατασκεύασμα, η πασίγνωστη πυραμίδα του Ελληνικού: Πρέπει, λέει, να κατασκευάστηκε μετά την εποχή του Μεγάλου Αλεξάνδρου, αφού τότε μόνον οι Έλληνες ήρθαν σε επαφή με την Αίγυπτο για να αντιγράψουν το πυραμιδικό σχήμα! Και αυτό λέγεται επιστήμη…
Παράλληλα όμως, αντιλαμβανόμαστε και το γιατί η κοσμοϊστορικής σημασίας αρχαιολογική αποκάλυψη του Αμφείου παραμένει εντελώς αποσιωπημένη και αφημένη στην αδιαφορία και την άγνοια (την ίδια στιγμή που οι θεωρίες του Μ. Μπερνάλ λ.χ. υπερπροβάλλονται…), σε σημείο που σήμερα ο τόπος που μπορεί να φέρει πάνω-κάτω την παγκόσμια Ιστορία να είναι σχεδόν ένας σκουπιδότοπος…
Εδώ βέβαια δεν πρόκειται ν’ αναπτύξουμε το ακανθώδες πρόβλημα της μνημειακής θηβαϊκής τοπογραφίας αναφορικά με την αρχαιότητα του τείχους της Καδμείας και τις επτά πύλες του, προς τις οποίες αντιστοιχήθηκαν οι επτά ηγήτορες της περιώνυμης εκστρατείας, η οποία θεωρείται ότι έλαβε χώρα πριν από τα Τρωικά.


Το αν ο Αισχύλος αναφέρεται στις αρχικές πύλες του κυκλώπειου τείχους της Ακρόπολης ή και σε πύλες του διευρυμένου τείχους της πόλεως των ιστορικών χρόνων, είναι ένα ζήτημα που ξεφεύγει από τα πλαίσια του παρόντος θέματος. Εξάλλου, πρόκειται για ένα ζήτημα που αναπτύχθηκε εξαντλητικά σε μελέτες διαπρεπών ερευνητών της θηβαϊκής μνημειακής τοπογραφίας, όπως ο Fabricius, ο Willamowitz και ιδιαίτερα ο Αντώνιος Κεραμόπουλλος. Ο τελευταίος, στο μνημειώδες σύγγραμμα του Θηβαϊκά, στο Αρχαιολογικό Δελτίο 3 (1917), ανέπτυξε όλα τα σχετικά ζητήματα, χωρίς -φοβούμαι- να καταλήγει πάντα σε ασφαλείς ταυτίσεις.
Σε ό,τι αφορά όμως στην τοπογραφική θέση του Αμφείου, όλοι οι μελετητές και οι ερευνητές των Θηβών συμφωνούν πως πρόκειται για τον λόφο που βρίσκεται προς βορράν της Καδμείας, από την οποία τον χωρίζει ένας βαθύτερος αρχικά -ρηχότερος σήμερα λόγω προσχώσεων- αυχένας, αφού στη θέση αυτή δεν υπάρχει άλλο φυσικό σημείο-ορόσημο, που να αντιστοιχεί προς τις αναφορές των Τραγικών. Ειδικότερα ο Αισχύλος γράφει (Επτά επί Θήβας, 526):« Το ν δε πέμπτον αυ, λέγω / πέμπταισι προσταχθέντα βορραίαις πύλαις / τύμβον κατ’ αυτόν διογενούς Αμφίονος».
Αι «Βορραιαί Πύλαι» του Αισχύλου δεν μπορούν να τοποθετηθούν αλλού, παρά μόνο στο βόρειο άκρο της ωοειδούς Καδμείας, η οποία μάλιστα στενεύει στο άκρο αυτό. Ωστόσο, απέναντι από τις πύλες αυτές υπάρχει ένα φυσικό και μνημειακό ορόσημο: Ο λόφος και ο τύμβος του Διογένους Αμφίονος, ο οποίος φέρει το όνομα Αμφείον. Παντού γύρω από το ορόσημο αυτό απλώνεται ο εύφορος κάμπος της Θήβας, το Αόνιον Πεδίον.
Ο Αισχύλος επιπλέον καταγράφει τον λόφο και το ταφικό μνημείο των Θηβαίων Διοσκούρων, ως μετέωρο-δηλαδή υψηλό ορόσημο- και στην τραγωδία Ικέτιδες, 662, όταν γράφει: «Αρμάτων δ’ οχήματα (ορώ) / ένερθε σεμνών μνημάτων Αμφίονος» (βλ. και: «αμφίμνήμα το Ζήθου περά» / Ευριπίδου Φοίνισσαι, 145). Με τον συγκεκριμένο στίχο δηλώνει τον λόφο και το, επί της κορυφής του μνήμα του Ζήθου, το οποίο παρέκαμψε ο Παρθενοπαίος για να προταχθεί προ των πυλών της Καδμείας, των λεγόμενων Βορραΐων ή Ωγύγιων Πυλών, οι οποίες στα έργα όλων των Τραγικών συνδέονται με το λόφο του Αμφείου.
Αυτόν λοιπόν τον φυσικό λόφο ερεύνησε στις αρχές του 20ού αι. ο Αντώνιος Κεραμόπουλλος, βεβαιώνοντας έτσι την μαρτυρία του Παυσανία 9,17,4: «Ζήθω δε και Αμφίονι εν κοινώ Γης χώμα έστιν ου μέγα». Με αυτόν τον τρόπο, ο περιηγητής του 2ου αι. μ.Χ. αφ’ ενός διέσωσε την παράδοση ότι οι Θηβαίοι Διόσκουροι ετάφησαν σε κοινό μνήμα, αφ’ ετέρου περιέγραψε ως αυτόπτης τον Τύμβο του κοινού μνήματος ως «Γης χώμα ου μέγα».
Παρ’ όλο όμως που ο Κεραμόπουλλος επι βεβαίωσε με την έρευνα του το μικρό ύψος του Τύμβου στην κορυφή του λόφου (3 μέτρα περίπου σε σχέση με τον λόφο, που έχει ύψος περίπου 35 μέτρα), δεν κατάφερε να εντοπίσει τον κοινό τάφο των Διοσκούρων, τον οποίο αποκαλύψαμε εμείς με τη συστηματική μας έρευνα κατά την περίοδο 1970-1973!
Έτσι, η «μυθολογική» παράδοση ενός σημαντικού και σεπτού μνημείου του προϊστορικού πολιτισμού της Ελλάδος, αποδείκτηκε πέρα για πέρα ακριβής!


Αλλά η έρευνα μας δεν σταμάτησε εδώ. Ο Τύμβος που κάλυψε τον κοινό τάφο του Ζήθου και του Αμφίονος, αποδείκτηκε ότι δεν ήταν απλό χώμα, αλλά κατασκευή σχήματος κόλουρου κώνου με πλίνθους, στο βόρειο τμήμα της οποίας είχε γίνει ο μεγάλος -ασφαλώς κοινός- κιβωτιόσχημος τάφος των δύο ηρώων. Μια μνημειώδης δηλαδή ταφική εγκατάσταση με πελώρια καλυπτήρια πλάκα και διπλή πόρτα στη βόρεια στενή πλευρά της!
Στον συλημένο τάφο βρέθηκαν διαταραγμέ να σκελετικά λείψανα και τρία χρυσά κοσμή ματα κρινοπαπύρων ύψους 0,033 μ. (33 χιλιοστών), με διπλή αντιθετική σπείρα στη βάση των ανθήρων και στέλεχος που κατέληγε σε θηλειά ανάρτησης. Ασφαλώς, υπήρχαν πολύ περισσότερα μέλη, ενός ή πιθανότατα δύο περιδεραίων, τα οποία αναδείκνυαν το βασιλικό και ιερατικό αξίωμα των δύο πριγκίπων. (Κάτι ανάλογο αποτελούν και τα άνθη του κρίνου-παπύρου, τα οποία φέρει και ο πρίγκηψ της «αχαϊκής» Κνωσού στην περίφημη τοιχογραφία "Ο πρίγκηπας με τα κρίνα", που αναδεικνύουν, κατά γενική παραδοχή, το ιερατικό του αξίωμα…)
Τα χρυσά κοσμήματα, τα ωραιότερα του ελληνικού χώρου και τα ευρήματα του τάφου (σαλτσιέρα, σκύφος) χρονολογούν την κατασκευή του τάφου και του Τύμβου που τον καλύπτει, κατά τους Πρωτοελλαδικούς II χρόνους, δηλαδή στην περίοδο 2700-2400 π.Χ.!
Παρά τις ενστάσεις και την προσπάθεια δια φόρων μελετητών να καταβιβαστεί η χρονολογία και των χρυσών κοσμημάτων και του Τύμβου στην επόμενη Μεσοελλαδική Περίοδο (2000-1700 π.Χ.), η δική μας χρονολόγηση γίνεται σήμερα γενικώς δεκτή και αποτελεί αφετηρία για τη χρονολόγηση και τη χωρική διακίνηση του σχήματος του τύμβου στον ελληνικό, αλλά και στον ευρωπαϊκό χώρο!
Εν συντομία, ο ηγεμονικός επιτάφιος Τύμβος του Αμφείου δεν αποτελεί δείγμα και εξέλιξη του γνωστού ταφικού Τύμβου τύπου Kurgan, που συναντάται στην Κεντρική Ευρώπη, την Ευρασιατική Ζώνη και τη Νότια Βαλκανική (Αλβανία). Οι τύμβοι Kurgan είναι ταφικά μνημεία πολλαπλών ταφών (multiple burials) και τα κτερίσματα τους διαφέρουν από εκείνα του Αμφείου και των άλλων τύμβων του ελλαδικού χώρου, στους οποίους βρίσκονται ταφικοί πίθοι, χάλκινα αντικείμενα και κεραμεική τυπικά ελλαδική-μεσογειακή και όχι «ευρωπαϊκή». Αυτό αναιρεί την προσπάθεια να συνδεθούν οι ελλαδικοί τύμβοι με τους φορείς του τύμβου Kurgan και τους υποτιθέμενους Ινδοευρωπαίους που τότε, δήθεν, για πρώτη φορά (ΠΕII / ΠΕ III περίοδο, 2200-2000 π.Χ.) εισέρχονται στο ελληνικό έδαφος… Ωστόσο, ούτε η αρχαιολογική, ούτε η γλωσσολογική εικόνα του ελληνικού χώρου στηρίζουν τέτοιες θεωρίες, όπως θα δούμε και παρακάτω.
Ο Τύμβος είναι γηγενές επιτάφιο σχήμα και Σήμα, που εξελίσσεται από τους μικρούς τύμβους των Νεολιθικών Χρόνων και λαμβάνει μνημειώδεις διαστάσεις και μνημειώδη μορφή από τη Μέση Εποχή του Χαλκού, ανάλογη προς το αξίωμα του ηγεμόνος-νεκρού. Αυτός ο τελευταίος απαθανατίζεται στη μνήμη του έθνους και με το επιτάφιο τυμβοειδές έξαρμα, το οποίο ο Όμηρος χαρακτηρίζει ως «τηλαυγές Σήμα», συμβατά προς τη φύση του Τύμβου ως αναμνηστικού της αίγλης του νεκρού ηγεμόνα.


Ο ΘΡΥΛΙΚΟΣ ΤΥΜΒΟΣ
Η έρευνα μας όμως δεν σταμάτησε εδώ. Ο Τύμβος στην κορυφή του λόφου βρισκόταν στην απόληξη ενός τμήματος του λόφου, το οποίο είχε κολουροκωνικό σχήμα (κώνος με δύο επίπεδες επιφάνειες, πάνω και κάτω) και ύψος περίπου 4 μ.από τη μία επιφάνεια στην άλλη.
Στη βάση αυτού του τμήματος του λόφου διακρινόταν καθαρά μια περιμετρική ζώνη, ένας Περίδρομος, τον οποίο προσπάθησε να ερμηνεύσει ο Κεραμόπουλλος. Ασφαλώς, ο ίδιος -ορθώς βέβαια!- θεώρησε ότι ήταν τεχνητός και όχι φυσικός.
Υπέθεσε, λοιπόν, ότι ο Περίδρομος αυτός ήταν μία «πομπική οδός τελετουργιών». Τέτοιες τελετουργίες υπαινισσόταν ο χρησμός του Βάκίδος, ενός μάντη από την Αρκαδία των αρχαϊκών χρόνων. Σύμφωνα με τον χρησμό αυτό, οι Θηβαίοι έπρεπε να φυλάνε το ταφικό μνημείο από τους κατοίκους της Τιθορέας, οι οποίοι, όταν ο Ήλιος βρισκόταν στον αστερισμό του Ταύρου (Μάιος), επιχειρούσαν να υποκλέψουν χώμα από το Αμφείον και να το μεταφέρουν στην πατρίδα τους. Το χώμα αυτό το μετέφεραν στο μνήμα του φώκου, ο οποίος υπήρξε σύζυγος της Αντιόπης, μητέρας των Λιοσκούρων της Θήβας.
Ο Παυσανίας χρησιμοποίησε το ρήμα «υφαιρείσθαι» για να περιγράψει την ενέργεια των κατοίκων της Τιθορέας: « ΥφαφεΙσθαι δ’ εθέλουσιν απ’ αυτού της γης οι Τιθορέαν την εν τη Φωκίδι έχοντες».
Ο Κεραμόπουλλος προβληματίστηκε για την τυχόν πραγματολογική σημασία του όρου και διερωτήθηκε αν αυτό αφορούσε σε εσωτερική διαμόρφωση του λόφου. Παρ’ όλα αυτά, έκανε το λάθος να χαρακτηρίσει ως βυζαντινά υδραγωγεία κάποιες από τις σήραγγες του λόφου, οι οποίες φάνηκαν όταν πέρασε από εκεί ο αμαξιτός δρόμος Αθηνών-Λαμίας…
• Τελικά, αποδείξαμε με την έρευνα μας ότι το «υφαιρείσθαι» του Παυσανία απέδιδε τη μία από τις δύο παραμέτρους της πυραμίδος του Αμφείου, δηλαδή τις εσωτερικές του σήραγγες!
• Η άλλη παράμετρος είναι η ίδια η βαθμιδωτή διαμόρφωση του λόφου, με τέτοια λάξευση, ώστε να πάρει το τρίβαθμο σχήμα, στην κορυφή του οποίου χτίστηκε ο Τύμβος και ο κοινός τάφος Ζήθου και Αμφίονος, που έδωσε και το όνομα του στο λόφο, «Αμφείον» ή «Άμφιον». (βλ. Ξενοφώντος Ελληνικά, 5,48: «και αγαγόντες επί το Αμφείον θέσθαι εκέλευ ον τα όπλα», Αρριανού 1,8,6,7 και Πλουτάρχου Περί του Ιωκράτου δαιμονίου, 4: « Ο δε Αρχ’ιας καλέσας τον Θεόκριτον και τω Λυσανορίδα προσαγαγών ιδία λαλεί πολύν χρόνον εκνεύσας της οδού μικρόν υπό το Αμφιον»).
Η ανακάλυψη του πυραμιδοειδούς σχήματος του λόφου ξεκίνησε από την διαπίστωση ότι μερικά μέτρα χαμηλότερα από τον Περίδρομο, στη βάση του άνω κώνου του λόφου, υπήρχε και δεύτερος παρόμοιος διάδρομος/περίδρομος, ο οποίος είχε κατακαλυφθεί από παχύτατες επιχώσεις, δένδρα και θάμνους, που τον κατέστησαν αφανή. Η αποκάλυψη του περιδρόμου αυτού φανέρωσε και έναν ακόμη κόλουρο κώνο, ενώ, κατά την ανασκαφή μας, φάνηκε και η αρχή ενός τρίτου ακόμα. Ο τελευταίος όμως, είναι ουσιαστικά καταχωσμένος, εκτός από την ανατολική του πλευρά, όπου υπήρχε η κοίτη του Χρυσορρόα. Ακόμη ανατολικότερα δε, υπήρχε η Αγορά της πόλεως των ιστορικών, όχι όμως των ρωμαϊκών, χρόνων, το τελείωμα της οποίας όριζε το αρχαίο θέατρο.
Οι κώνοι του λόφου μετρήθηκαν ως εξής (τεκμαρτό ύψος):
* ο Τύμβος 2,20 μ.
* ο πρώτος κώνος 4,40 μ.
* ο δεύτερος κώνος 8,80
* ο τρίτος κώνος 17,60 μ.
Διαδρομή μέσα στης καταπληκτικές σήραγγες του λόφου


Ο λόφος του Αμφείου έχει σύσταση ψαμμολιθική και λαξεύεται σχετικά εύκολα, η επιφάνεια του όμως υφίσταται αποσάθρωση από τις καιρικές συνθήκες. Ωστόσο, αυτό δεν ισχύει για το εσωτερικό του, όπου οι σήραγγες διατηρήθηκαν άριστα σε βάθος πάνω από 20 μ. Η κύρια πρόσβαση στο εσωτερικό του λόφου γίνεται από κατακόρυφο φρέαρ, διαμέτρου ενός μέτρου περίπου, το οποίο αποκαλύφθηκε στην περίμετρο του πλίνθινου τύμβου, βορεί ως του μεγάλου τάφου της κορυφής του λόφου.
Ένα δεύτερο φρέαρ στη δυτική πλαγιά, ελαφρώς λοξό, εξυπηρετούσε τον εξαερισμό και το φωτισμό του εσωτερικού χώρου, όπως συμβαίνει και στα υπόγεια αιγυπτιακά μνημεία.
Οι σήραγγες στο εσωτερικό του Αμφείου είναι έργο επιμελές και περίτεχνο. Από το κεντρικό φρέαρ οδηγούμαστε, ανατολικά μεν, σε μια τριφυλλόσχημη εγκοπή του βράχου, δυτικά δε, σε μια λαξευτή κλίμακα, που κατε βάζει το επίπεδο των σηράγγων. Οι σήραγγες αυτές διατρέχουν όλο το εσωτερικό του λόφου σε ευθύγραμμα τμήματα, τα οποία με ορθές γωνίες σχηματίζουν μία μαιανδροειδή σχάρα σε όλο το εσωτερικό του λόφου! Το ύψος των σηράγγων είναι 5 μέτρα και το πλάτος 1,80 μ., ενώ η οροφή τους είναι καμαρωτή!
Σε ακανόνιστα διαστήματα, αμφίπλευρα, έχουν ανοιχτεί στο βράχο κόγχες ύψους 2,5 μ., καμαρωτές επάνω, το μεγαλύτερο ύψος των οποίων έχει κλειστεί από κομμάτια του βράχου.
Η διαδρομή μας στο εσωτερικό του λόφου ήταν μία συναρπαστική μεταφορά στον κόσμο του θρύλου. Τα είκοσι μέτρα βάθος του κατακόρυφου φρέατος μας έφερναν καθημερινά με ένα πρόχειρο ανυψωτικό μηχανισμό στα έγκατα του Αμφείου και στις περίτεχνες σήραγγες του, τις οποίες διατρέχαμε με επιφύλαξη και δέος, δεμένοι με σκοινιά για να μην χαθούμε στους ανεξερεύνητους δαιδά λους του!
Την επιστημονική αναζήτηση κέντριζε η ανθρώπινη περιέργεια, ο θαυμασμός για τις εκπληκτικές κατασκευές και η συγκίνηση μας, η οποία υπήρξε τόσο βαθιά, όσο και το βάθος των φρεάτων και των σηράγγων που μας έφερναν στον μυστηριώδη κόσμο των Νεκρών, προσπαθώντας να ανακαλύψουμε τις αιώνιες κατοικίες τους!
Αλλά δυστυχώς δεν μας άφησαν! Ούτε καν προλάβαμε να διατρέξουμε όλες τις υπόγειες σήραγγες, να τις σχεδιάσουμε και να τις φωτογραφίσουμε…
Ωστόσο, το βίωμα μας, αν και σύντομο, είναι πάντοτε συγκλονιστικό και μαγικό• το εσωτερικό του Αμφείου είναι το εκπληκτικότερο υπόγειο μνημείο της Ελλάδος που πρέπει να ερευνηθεί και να δοθεί στο κοινό! Και αυτό είναι πολύ εύκολο από τις πλάγιες εξόδους των σηράγγων του, οι οποίες βρίσκονται δίπλα στους σημερινούς δρόμους! Το θρυλικό και το μαγικό έχουν πάρει τη μνημειακή τους υπόσταση στο εσωτερικό του Αμφείου και η αποκάλυψη των υπόγειων τάφων του είναι η δικαίωση της Παράδοσης μας και των δικών μας -ατελέσφορων, δυστυχώς- προσπαθειών και ερευνών.

ΟΙ ΑΛΛΕΣ ΠΥΡΑΜΙΔΕΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΧΩΡΟΥ


Για τις υπόλοιπες πυραμίδες του ελλαδικού χώρου οι ενδείξεις είναι ατελέστατες. Στο αξιόλογο βιβλίο του συγγραφέα και ερευνητή Χρήστου Λάζου, Πυραμίδες στην Ελλάδα, εκδό σεις Αίολος, καταγράφονται επτά πυραμίδες:
1. Η πυραμίδα του Ελληνικού
2. Η πυραμίδα του Λιγουριού
3. Η πυραμίδα της Δαλαμανάρας στην Αργολίδα
4. Η πυραμίδα της Κάμπιας, στην Νέα Επίδαυρο Αργολίδας
5. Η πυραμίδα της Σικυώνας
6. Η πυραμίδα της Νεάπολης στην Λακωνία (Βιγλάφια)
7. Η πυραμίδα του Αμφείου στην Θήβα
Ο συγγραφέας περιγράφει συνοπτικά την οικτρή κατάσταση των περισσοτέρων από τα μνημεία αυτά στο άρθρο του «Έχουμε πυραμίδες στην Ελλάδα!» στο περιοδικό Focus, vo 35, Ιανουάριος 2003, σελ. 98: «Η πυραμίδα του Ελληνικού είναι η καλύτερα διατηρημένη, με ύφος τοιχοποιίας περίπου εννέα δόμων (6-7 μέτρα).
Ισοπεδωμένη είναι εκείνη στο Λιγουριό, από την οποία σώζονται ελάχιστοι δόμοι, ειδικά προς την κατωφέρεια. Η πυραμίδα της Κάμπιας σώζεται σε ελάχιστα ερείπια, κυρίως η πρόσθια πλευρά με την είσοδο και την πυραμιδοειδή γωνία της. Οι πυραμίδες της Δαλαμανάρας, της Σικυώνας κι εκείνη στα Βιγλάφια καταστράφηκαν ολοσχερώς, με τη διαφορά ότι από την τελευταία σώζεται μόνο η τάφρος που την περιέβαλλε. Τέλος, η κλιμακωτή πυραμίδα του Αμφείου, στη Θήβα, έχει υποστεί τόσες επεμβάσεις και καταστροφές, που είναι δύσκολο να διακρίνεις τη μορφή της».
Για την τελευταία περίπτωση, ο συγγραφέας αναφέρεται προφανώς στην εγκατάσταση ενός συστήματος προσκόπων πάνω στην πυραμίδα με άδεια της Πολιτείας, αν και είχε ήδη ανακαλυφθεί και ο τάφος των Θηβαίων Διοσκούρων και η βαθμιδωτή διαμόρφωση του λόφου.
Εξ άλλου ο λόφος εν τω μεταξύ έγινε άλσος και φυτεύτηκε με πεύκα, οι ρίζες των οποίων προκαλούν φθορές στην επιφάνεια του μνημείου. Ανάμεσα στα πεύκα, ο ανασκαφέας καθάρισε μια στενή ζώνη για να ανακαλύψει τη βαθμιδωτή διαμόρφωση του λόφου σε πυραμιδικό μνημείο. Διακρίνονται, από τα κάτω προς τα πάνω, οι βαθμίδες 1,2,3 και τα δύο ενδιάμεσα διαζώματα, ενώ στην κορυφή του λόφου υψώνεται ο -αθέατος στη φωτογραφία- «τύμβος» με τον κοινό τάφο του Ζήθου και του Αμφίονος.
Βαθμιδωτή μορφή έχει μέχρι τώρα μόνο η πυραμίδα του Αμφείου, ενώ οι υπόλοιπες φαίνονται να ανήκουν στον τύπο της κανονικής τετράπλευρης πυραμίδος, με λείες επιφάνειες και κατασκευή από δόμους, επιμελέστερης ή υποτυπώδους λάξευσης. Η πυραμίδα του Ελληνικού έχει ανάμεσα στους μεγάλους δόμους της και μικρότερους λίθους, μια τεχνική γνωστή στα προϊστορικά κτίσματα της Ελλάδος, όχι μόνο στα κυκλώπεια τείχη, αλλά και σε αρχαιότερα κτίσματα και κατασκευές, όπως τα πρωτοελλαδικά «αναχώματα» της Κωπαίδας.
Ο U Irich Karstedt στη μελέτη του (Per Kopaissee im Altertum und die «i minyschen» Kanale, Arch. Anzeiger, 1937, σελ. 1 κε) είχε υπογραμμίσει ότι η τοιχοποιία των προϊστορικών κατασκευών δεν αποτελεί επ’ουδενί τεκμήριο ακριβούς χρονολόγησης τους. Άλλοι ερευνητές δε, έχουν τονίσει ότι, από τους αρχαίους τοίχους, εκείνοι που ξεχωρίζουν για την κατασκευαστική τους ιδιαιτερότητα είναι οι τοίχοι των κτισμάτων (ναϊκών κυρίως) των γεωμετρικών χρόνων, που διακρίνονται με την «μικρολιθική» τους δόμηση (steinekeinigkeit). Συνεπώς, η χρονολόγηση των πυραμίδων με μόνο κριτήριο την δόμηση τους είναι παρακινδυνευμένη και μάταιη.
Μόνο η ανασκαφική έρευνα και η εφαρμογή σύγχρονων μεθόδων χρονολόγησης μπορεί να ορίσει τον χρονολογικό ορίζοντα κατασκευής των ιδιότυπων αυτών μνημείων, διατηρώντας την προσδοκία να αυξηθούν αριθμητικά με την πρόοδο της έρευνας. Ωστόσο, παρά την πιθανή επιβίωση ενός αρχικού σχήματος, είναι φανερό ότι οι πυραμίδες της Ελλάδος (αλλά και της Αιγύπτου) εκφράζουν τον πολιτισμό και την πρακτική μιας εποχής, ενός πολιτισμικού κύκλου που τις «ανακάλυψε», τις δόμησε και τις χρησιμοποίησε για τις δικές του ανάγκες και τη δική του βιοθεωρία ή κοσμοθεωρία, γεγονός βασικό για την ερμηνεία και την χρονολόγηση τους. Η τελική χρήση και αποστολή των περισσοτέρων είναι σχεδόν φανερή. Για τον Παυσανία η πυραμίδα του Ελληνικού ήταν ταφικό πολυάνδριο.
Όπως γράφει ο Χρ. Λάζος (όπως παραπάνω, σελ. 98): «Ο Παυσανίας αποκαλούσε τις πυραμί δες πολυάνδρια (του Ελληνικού και της Δαλαμανάρας), εννοώντας τα ταφικά μνημεία πολλών ατόμων και όχι ενός. Τα πολυάνδρια όμως ήταν μικρά οχυρά που φιλοξενούσαν περιορισμένο αριθμό στρατιωτών. Ο Αρβανιτόπουλος υποστηρίζει ότι αυτή του Ελληνικού ήταν έμβλημα τάφου και πως κάτω από τον λόφο υπάρχει πιθανότητα να βρίσκεται ο τάφος κάποιου σημαίνοντος προσώπου. Ως πολυάνδρια-οχυρά θεωρούν τις πυραμίδες του Ελληνικού οι Lord, Wiegand, Fracchia -ο τελευταίος πιστεύει ότι ήταν αμυντικοί πύργοι κάποι ων αγροικιών-ενώ οι Leake, Ross, Vischermi Clark συμφωνούν με τον Παυσανία, ότι δηλαδή ήταν ταφικά μνημεία. Εντούτοις, δεν βρέθηκαν οστά στις πυραμίδες… Πιθανότερη ή εξ ίσου πιθανή είναι η άποψη που θεωρεί τα κτίσματα φρυκτωρίες, σταθμούς αναμετάδοσης φωτεινών μηνυμάτων με την μέθοδο της πυρσείας, το οποίο υποστηρίζουν οι Cirtius, Donaldson, Τσούντας και Manatt. Τέλος, η ομάδα της Ακαδημίας Αθηνών υποστηρίζει την πολύ προωθημένη άποψη ότι πιθανό να ήταν αστρονομικά παρατηρητήρια).
Είναι φανερό ότι πρόκειται για πλήρη σύγχυ ση! Ο Χρ. Λάζος γράφει ότι η πυραμίδα στα Βιγλάφια της Λακωνίας «είχε γίνει έμμονη ιδέα για μένα και προσπάθησα να την εντοπίσω δέκα φορές. Τελικά την βρήκα το 1995. Το μόνο που διασώζεται από αυτή είναι η τάφρος που την περιέβαλλε». Κανείς όμως δεν μας εξήγησε τι εξυπηρετεί μία τάφρος γύρω από μία πυραμί δα, για την οποία ο Λάζος προτείνει «διαφορετική αρχιτεκτονική» και επισημαίνει: «βρίσκεται πάνω σε ορθογώνια βάση, περιβάλλεται από μία πλατιά τάφρο και οι δόμοι της πρέπει να ήταν ορθογώνιοι λίθοι, όπως διακρίνουμε στους διάφορους λίθους που προέρχονται απ’ αυτή κι έχουν χρησιμοποιηθεί στα γύρω μαντριά» (όπως παραπάνω, σελ. 98).
Ο Παυσανίας, ως γνωστόν, θεωρούσε την πυραμίδα αυτή τάφο του Κινάδωνος, πλοιάρχου του Μενέλαου. Για την πλατιά τάφρο που περιβάλλει την πυραμίδα των Βιγλαφίων και την πιθα νή αποκατάσταση της αρχικής της μορφής θα συγγράψουμε ειδική μελέτη. Είναι φανερό βεβαίως ότι κάθε μνημείο απαιτεί τη δική του έρευνα και ερμηνεία και ασφαλώς την ακριβή χρονολόγηση του.
Έτσι μόνο θα αποδειχτεί η πιθανή διαχρονία τους, η πιθανή επιβίωση του σχήματος και του όποιου αρχικώς προορισμού του ή η ένταξη όλων σε ένα πολιτισμικό και κατ’ επέκτασιν χρονολογικό ορίζοντα, που για μας είναι η πιθανότερη εκδοχή. Θεωρούμε δε ένα τέτοιο ορίζοντα, την πρώιμη και μέση εποχή του χαλκού, την περίοδο του μινυακού πολιτισμού της Ελλάδος, τη χιλιετία της άνθησης του πολιτισμού των Μινυών στην Ελλάδα και πέρα από αυτή (2700-1700 π.Χ.). Αυτό το κράτος, ο πολιτι σμός αυτός έχει, για μας, εφεύρει και προωθήσει το πυραμιδικό σχήμα όχι μόνο στον ελλαδικό, αλλά και τον ευρύτερο χώρο.
Ποιος είναι όμως ο σκοπός, ποια η αφετηρία και η λειτουργία των κτισμάτων αυτών; Το Αμφείον υπήρξε σαφώς ταφικό μνημείο. Στην κορυφή του ιδρύθηκε ο τάφος των Ηγεμόνων, των Διόσκουρων της Θήβας, Ζήθου και Αμφίονος. Ο τάφος αυτός πιθανότατα να υπήρξε και κέντρο λατρείας των ηρώων, των ιδρυτών της πόλεως της Θήβας. Στο ανερεύνητο δυστυχώς, εσωτερικό του λόφου τεκμαίρονται βασίμως άλλοι τάφοι. Εκεί παραπέμπει και η αναφορά του Παυσανία για απόπειρες τυμβωρύχων στο εσωτερικό του λόφου («υφαιρείσθαι»), και ο ταφικός περίβολος του λόφου-μνημείου, καθώς και οι πυρές των Νιοβιδών παρά τον λόφον.
Άρα, ο λόφος και η πυραμίδα του λειτούργησαν ως χώροι ταφής όχι μόνο των ηγεμόνων Διοσκούρων της Θήβας, αλλά και των οικογενειών τους, λειτούργησαν δηλαδή ως «πολυάνδριον» και συγχρόνως ως χώρος ηρωολατρείας μέχρι τους όψιμους χρόνους της αρχαιότητας! Από την άποψη αυτή, το πυραμιδικό σχήμα δεν ήταν μόνο χρηστικό που ιεραρχούσε τους τάφους κατά το αξίωμα των Νεκρών, αλλά εξέφραζε και την ιερότητα της αιώνιας κατοικίας των Ηγεμόνων, των Ηρώων.
Η πυραμίδα του Αμφείου, βαθμιδωτή εξωτερικά και κατασκαφής εσωτερικά, είναι το σημαντικότερο, μετά την Λακεδαίμονα, μνημείο του μινυακού μας πολιτισμού.
Δυστυχώς, το περίτεχνο αυτό πλέγμα δεν ερευνήθηκε, διότι ο υπογράφων ανασκαφέας μετατέθηκε από την έδρα του το έτος 1973…
Υπογραμμίζουμε για άλλη μία φορά το μνημειώδες της κατασκευής, την περίπλοκη διαδρομή των σηράγγων, την άριστη διατήρηση των λαξεύσεων… Ασφαλώς, το εσωτερικό του Αμφείου εξυπηρέτησε μία ταφική οικονομία και πρακτική, την οποία ενισχύει η ομοιότητα του με τα αιγυπτιακά ταφικά μνημεία του Αρχαίου και του Μέσου Βασιλείου, στα οποία επίσης υπάρχουν σήραγγες, κλίμακες και κόγχες, όπως στο Αμφείο. Η δε περίτεχνη διαδρομή των σηράγγων ερμηνεύεται ορθώς ως τέχνασμα παραπλάνησης των τυμβωρύχων!
Αυτό το πλέγμα των σηράγγων στο εσωτερικό του Αμφείου, το οποίο ασφαλώς ήταν γνωστό στην Αρχαιότητα, σχολίασε -εν αγνοία του, πιθανότατα- ο Παυσανίας, με την παρατήρηση «υφαφείσθαι δ’ εθέλουσι απ’ αυτού της γης οι Τιθορέαν την εν τη Φωκίδι έχοντες», υπαινισσόμενος, προφανώς, δράση τυμβωρύχων στο εσωτερικό του μνημείου.
Παρ’ ότι η έρευνα του Αμφείου έμεινε ημιτελής και το φρέαρ κλείστηκε με τσιμέντο(!) μετά την απομάκρυνση του υπογράφοντος ανασκαφέα, τα ευρήματα και τα στοιχεία της έρευνας του υπήρξαν αρκετά για να τεκμηριώσουν την ερμηνεία του ως ταφικού βαθμίδων τού μνημείου της Πρώιμης Εποχής του Χαλκού (2600-2400 π.Χ. δηλαδή αρχαιότερου από την Μεγάλη Πυραμίδα!)!


ΟΙ ΘΡΥΛΙΚΟΙ ΜΙΝΥΕΣ ΚΑΙ ΤΑ ΑΠΙΣΤΕΥΤΑ ΤΕΧΝΟΛΟΓΙΚΑ ΚΑΤΟΡΘΩΜΑΤΑ ΤΟΥΣ.
Το Αμφείο λοιπόν, μας έθετε αναγκαστικά σε ένα σημαντικό προβληματισμό: Υπήρξε όντως ένας άλλος σημαντικός πολιτισμός στην Ελλάδα πριν από τον Μυκηναϊκό Πολιτισμό και, αν ναι, ποια ήταν η αφετηρία, η διάρκεια και τα χαρακτηριστικά του; Η έρευνα του Αμφείου οδήγησε τον ανασκαφέα του στην επανεκτίμηση της χρονολόγησης του κολοσσιαίου απο στραγγιστικού έργου της Κωπαΐδος, το οποίο η Παράδοση είχε συνδέσει με τους Μινύες του Βοιωτικού Ορχομενού. Ο Ορχομενός αναφέρεται στον Όμηρο ήδη ως Μινύειος, ενώ αργότερα ο Πίνδαρος επανέλαβε τη σύνδεση του με τους Μινύες στην έκφραση: «Παλαιφάτων Μινυών επίσκοποι».
Οι ανασκαφές που διενέργησα, τόσο στα αναχώματα των αποστραγγιστικών διωρύγων της κωπαϊδικής λεκάνης, όσο και στο εσωτερικό της «μεγάλης καταβόθρας»,, δηλαδή της κύριας απαγωγού αρτηρίας των υδάτων της κωπαϊδικής λίμνης προς την Λάρυμνα μέσω ενός τεχνητού τούνελ μήκους 2,5 χιλιομέτρων, με τον καθηγητή S. Lauffer του Πανεπιστημίου του Μονάχου, βεβαίωσαν ότι το τεράστιο αποστραγγιστικό έργο είχε ολο κληρωθεί και λειτουργήσει στα μέσα της τρί της χιλιετίας π.Χ.
Αυτό ήταν ακόμη μία ένδειξη ότι όντως πριν από τη μυκηναϊκή εποχή, ο ελλαδικός χώρος γνώρισε ένα υψηλό τεχνολογικό πολιτισμό, ο οποίος με τη σειρά του προϋπέθετε ανάλογη διοικητική οργάνωση. Αυτά τα στοιχεία όμως υπήρξαν πολύ ενοχλητικά για τους μελετητές εκείνους, που προήγαγαν την θεωρία ότι οι Μυκηναίοι ίδρυσαν τον αρχαιότερο πολιτισμό στον ελληνικό χώρο και τα αντιμετώπισαν με επιφύλαξη ή και με περιφρονητική αδιαφορία, χωρίς όμως να μπορούν να τα ακυρώσουν, αφού αυτά στηρίζονται σε αρχαιολογικά δεδομένα!
Κτίρια «ανακτορικού» χαρακτήρα της πρώιμης εποχής του χαλκού, δηλαδή της τρίτης χιλιετίας π.Χ., αποκαλύπτονταν στον ελλαδικό χώρο, στη Θήβα (αψιδωτό κτίριο) στη Λέρνα (οικία των Κεράμων), στα Ακκοβίτικα της Μεσσηνίας… Τελευταία μάλιστα, αποκαλύφθηκαν στη Θήβα, την «έδρα» του Αμφείου, ανακτορικό κτίσμα και λείψανο τείχους της Καδμείας, καθώς και μέγας «τύμβος» από πλίνθους-τούβλα. Όλα τα παραπάνω χρονολογούνται στους πρωτοελλαδικούς χρόνους, άρα πρόκειται για ευρύματα σύγχρονα της πυραμίδας του Αμφείου. Το συμπέρασμα είναι αυτονόητο: η Ελλάδα γνώρισε πριν από τον μυκηναϊκό και έναν εξ’ ίσου ακμαίο και, πιστεύω, ακμαιότερο πολιτισμό, η διάρκεια του οποίου κάλυπτε την τρίτη και τις αρχές της δεύτερης χιλιετίας π.Χ, ουσιαστικά μια ολόκληρη χιλιετία (2700 έως 1700 π.Χ.)!
Ο πολιτισμός αυτός διέθετε και διοικητική ανακτορική οργάνωση και μνημειώδη ταφική αρχιτεκτονική και υψηλή τεχνολογία, υδραυλική και όχι μόνον! Ιδιαίτερα λαμπρή δε, υπήρξε κατά την περίοδο αυτή η μεταλλουργική τεχνολογία, όπως έδειξαν οι δικές μας ανασκαφές στα Αγιωργίτικα και το Στενό της Τεγέας, δύο χώρους που αυτή τη στιγμή εκπροσωπούν τη σημαντικότερη και αρχαιότερη μεταλλουργία, όχι μόνο στον ελληνικό, αλλά και σε όλο το μεσογειακό και τον ευρωπαϊκό χώρο!
Εμείς χαρακτηρίσαμε αυτόν τον πολιτισμό «Μινυακό» και την περίοδο της χρονικής του ανάπτυξης «Μινυακή περίοδο» του προϊστορικού πολιτισμού της Ελλάδος, η οποία καλύπτει την χιλιετία 2700-1700 π.Χ. Μέσα στη χιλιετία αυτή περιλαμβάνεται και η λεγόμενη Πρωτοελλαδική Εποχή (2700 έως 2100 π.Χ.) και οι δύο πρώτες υποδιαιρέσεις της λεγόμενης Μεσοελλαδικής εποχής (ΜΕ Ι και ΜΕ II), αφού ουσιαστικά η τρίτη βαθμίδα της, η ME III, δεν υπάρχει αρχαιολογικά και «ιστορικά», αλλά βρίσκεται ή μάλλον αποτελεί το μεταίχμιο δύο πολιτιστικών κύκλων: Του μινυακού και του μυκηναϊκού πολιτισμού.
Τώρα αξίζει να ερευνήσουμε και να μελετήσουμε τον μινυακό πολιτισμό της χιλιετίας 2700-1700 π.Χ., ως αυθύπαρκτο υψηλό πολιτι στικό κύκλο, σε όλες τις πτυχές και τις εκφάνσεις του.
Ακολούθως, θα τον ξεχωρίσουμε τόσο από τον μακρό νεολιθικό πολιτισμό της Ελλάδος (7000 έως 3000 π.Χ.), όσο και από τον ακόλουθο του, τον μυκηναϊκό πολιτισμό (1700/1600 έως 1100 π.Χ.), με το τέλος του οποίου συμπίπτει και το τέλος της λεγόμενης προϊστορίας του ελλαδικού χώρου. Γιατί ο μινυακός πολιτι σμός της Ελλάδος προκύπτει ως το πρότυπο πάνω στο οποίο στηρίχτηκε ο μυκηναϊκός μας πολιτισμός, από άποψη πολιτικής οργάνωσης, μνημειώδους ταφικής αρχιτεκτονικής, τεχνολογίας, λατρείας, αλλά και λογοτεχνικής δημιουργίας, όπως θα αναπτύξουμε σε άλλα μελε τήματα μας.

ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΗΣ ΧΡΟΝΟΛΟΓΗΣΗΣ
Η χρονολόγηση της πυραμίδας του Αμφείου στην τρίτη χιλιετία π.Χ. ανεκίνησε πολλά ζητή ματα, αν και οι μελετητές δεν κατέγραψαν την αφετηρία του νέου προβληματισμού που προέ κυψε μετά τις ανακοινώσεις και τις δημοσιεύσεις μας… Η έρευνα στράφηκε στη χρονολόγηση της γνωστής πυραμίδος στο Ελληνικό της Αργολίδος, η οποία θεωρείτο ελληνιστικών χρόνων, σύμφωνα με τη χρονολόγηση που είχε προτείνει ο Αμερικανός αρχαιολόγος Lord (Hesperia 1938,481-527).
Η νέα χρονολόγηση στηρίχτηκε σε νέα ανασκαφική διερεύνηση του μνημείου και σε εφαρμογή της μεθόδου της θερμοφωταύγειας. Οι ερευνητές του μνημείου, οι καθηγητές Θεοχάρης και Λυριτζής, βεβαίωσαν ότι η πυραμίδα του Ελληνικού χρονολογείται στην πρώιμη τρίτη χιλιετία π.Χ. Με την έρευνα αυτή διασφαλίστηκε ο πανάρχαιος χρονολογικός ορίζοντας των πυραμίδων του ελλαδικού χώρου, όπως είχε δείξει η ανασκαφή και η μελέτη της βαθμιδωτής πυραμίδος του Αμφείου Θηβών. Αρα, οι πυραμίδες της Ελλάδος -δύο τουλάχιστον από τις σημαντικότερες, τόσο του βαθμιδωτού, όσο και του τετράπλευρου σχήματος- δεν είναι κατασκευές των ελληνιστικών, αλλά των πρωτοελλαδικών χρόνων! Δεν ήσαν έργα της τρίτης εκατονταετίας αλλά της τρίτης χιλιετίας π.Χ.!
Οι ανακαλύψεις και οι διαπιστώσεις αυτές ανέτρεπαν όλα τα καθιερωμένα του καιρού μας, ήταν όμως συμβατές με την αρχαία Παράδοση, την οποία συνήθως χαρακτηρίζουμε «μυθολογική», απλοποιητικά και γενικευτικά. Τη «μυθολογία» των δύο αυτών μνημείων διέσωσε η πολύ μεταγενέστερη περιηγητική «λογοτεχνία» του Παυσανία. Την πυραμίδα και τον τύμβο του Αμφείου η παράδοση των Θηβών, που διασώθηκε μέχρι τον Παυσανία, τη συνέδεε με τον κοινό τάφο των Θηβαίων Διοσκούρων, οι οποίοι στον Όμηρο αναφέρονται ως οι πρώτοι που έχτισαν τείχος στην Καδμεία (Οδύσσεια, λ 260).
«Οι πρώτοι Θήβης έδος έκτισαν επταπύλοιο πύργωσαν τ’ επέι ου μεν απύργωτον γ’ εδύ ναντο ναιέμεν ευρύχωρον Θήβην, κρατερώ περ’ εόντε».
Πρόσφατα αποκαλύφθηκε και λείψανο του προμηκυναϊκού (κυκλώπειου) αυτού τείχους στην Καδμεία, κοντά στο Αμφείο, και χρονολογήθηκε στους πρωτοελλαδικούς χρόνους, δηλαδή την ίδια εποχή με τη διαμόρφωση του Αμφείου σε βαθμιδωτή πυραμίδα!
Και δεν βρέθηκε μόνο το τείχος εκείνο, το οποίο αναφέρεται στην Οδύσσεια ως το αρχαι ότατο έυρημα της Καδμείας, αλλά και ένα επι πρόσθετο, ανακτορικό, σύγχρονο και παρακείμενο στο τείχος κτίσμα, ένα πραγματικό citadel house, όπως ανακοινώθηκε από τους αρχαιολόγους της Εφορείας Αρχαιοτήτων Θηβών σε πρόσφατο συνέδριο που οργάνωσε η αρμόδια Εφορεία στη Θήβα!
Και ο μεν Παυσανίας και ο Κεραμόπουλλος δεν αντελήφθηκαν τη διαμόρφωση του λόφου του Αμφείου σε βαθμιδωτή πυραμίδα, ο πρώτος όμως άφησε ένα λεκτικό σχολιασμό και μία αναφορά σε απόπειρες τυμβωρυχίας με την παρατήρηση του, «υφαφείσθαι δ’εθέλου σιν απ’ αυτού της γης οι Τιθορέαν την εν τη Φωκ’ιδι έχοντες». Ο δε Κεραμόπουλλος, με την παιδεία και την οξυδέρκεια του διερωτήθηκε: «Εκείνο το “υφαφείσθαι” δεν δύναμαι άλλως να νοήσω ή ως αποβλέπον εις την όλην βάσιν του τύμβου, εις αυτόν δηλαδή τον φυσικό λόφον… ηγνόει ο Παυσανίας ή δεν λέγει ακριβώς ούτε την εσωτερικήν φύσιν του λόφου ούτε την όλην περί αυτού πιστιν» (Αρχ. Δελτίον 3,1917, σελ. 387-8).
Το Αμφείο με την έρευνα του άνοιξε έναν νέο προβληματισμό σχετικά με τη χρήση, την αποστολή και τη χρονολόγηση των πυραμιδικών κτισμάτων του ελλαδικού χώρου, αλλά και την έρευνα των υδραυλικών έργων, τα οποία εμείς πρώτοι χρονολογήσαμε στην τρίτη χιλιετία Π.Χ. και τα θεωρήσαμε έργα του μινυακού πολιτισμού της Ελλάδος. Είναι πλέον βέβαιο πως η πρόοδος της έρευνας θα αναδεικνύει συνεχώς αυτόν τον πολιτισμό, τη χρυσή χιλιετία του προϊστορικού μας παρελθόντος και θα του προσγράψει όλες του τις κατακτήσεις και τα επιτεύγματα, τα οποία υφήρπασε ο μυκηναϊκός πολιτισμός. Αυτό λοιπόν θ’ αποτελέσει το νέο λαμπρό κεφάλαιο της Αρχαιολογίας και της Επιστήμης…
Η πυραμίδα του Αμφείου προέκυψε ως μνημειώδης ταφική κατασκευή, η οποία προϋπέ θετε ανάλογη και σύγχρονη διοικητική οργάνωση, ένα διοικητικό σύστημα, το οποίο δημιούργησε μια μνημειώδη ταφική αρχιτεκτονική πριν από τα μέσα της 3ης χιλιετίας π.Χ. Αυτό κλόνιζε την εδραιωμένη θεωρία ότι στην Ελλάδα δεν υπήρξαν καθόλου μνημειώδεις ταφικές κατασκευές και μνημειώδη διοικητικά-ανακτορικά κτίσματα πριν από τους Μυκηναϊκούς Χρόνους (1550-1200 Π.Χ.).
Οι φορείς του Μυκηναϊκού Πολιτισμού θεωρούντο -και θεωρούνται ακόμη- οι απόγονοι των Ινδοευρωπαίων, οι οποίοι-υποτίθεται-εισήλθαν στον ελληνικό χώρο στο τέλος της 3ης χιλιετίας π.Χ., χωρίς βέβαια να υπάρχει αρχαιολογική ή γλωσσολογική στήριξη της σχετικής θεωρίας. Άλλωστε, ούτε και η διακίνηση των τύμβων Kurgan έλυσε το ζήτημα, διότι οι ελλαδικοί τύμβοι εξελίσσονται αυτοτελώς και δεν προσφέρονται ως τεκμήριο φυλετικών μετακινήσεων από τον ευρωπαϊκό ή τον ευρασιατικό χώρο προς την Ελλάδα.

ΤΟ ΑΡΧΕΤΥΠΙΚΟ ΤΩΝ ΠΥΡΑΜΙΔΩΝ ΚΑΙ ΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ ΚΑΘΟΡΙΣΜΟΥ ΤΟΥ
Σε ό,τι αφορά όμως τη μορφογένεση των πυραμιδικών κατασκευών και τη χωρική αφετηρία τους, τα πράγματα διαγράφονται ανταγωνιστικά και συναρπαστικά. Ποιος «ανακάλυψε» το σχήμα της πυραμίδος; Η φερόμενη ως «κοιτίδα» της, Αίγυπτος, ή η μινυακή Ελλάδα; Η μεγάλη αρχαιότητα των ελληνικών πυραμίδων θα ήταν μετέωρη ως μεμονωμένο φαινόμενο και προϊόν, αν δεν μπορούσε να συναρτηθεί με μία σύγχρονη της πολύπλευρη πολιτιστική υποδομή και κρατική οργάνωση, που εκφρά στηκε αλλού και εδώ με προϊόντα υψηλής στάθμης και τεχνολογίας.
Χωρίς την ύπαρξη μινυακού κράτους και μινυακού πολιτισμού, οι ελληνικές πυραμίδες θα έμεναν αξιοπερίεργες κατασκευές (curiosities) και θα μετακινούντο χρονολογικά από τους «προϊστορικούς» μέχρι τους ελληνιστικούς χρόνους, άλλοτε με ερευνητικά τεκμήρια, άλλοτε κατ’ εκτίμησιν. Είναι όμως παράγωγα, έργα και μνημεία ενός συγκεκριμένου πολιτισμού και μιας συγκεκριμένης χρονικής διάρκειας και αυτό προσδιορίζει έμμεσα αλλά τεκμαρτά, τη χρονολόγηση των ελληνικών πυραμίδων, δημιουργιών του ελληνικού μινυακού πολιτισμού της χρυσής χιλιετίας του (2700-1700 π.Χ,)!
Οι αιγυπτιακές πυραμίδες είναι οι πολυπληθέστερες μεν, αλλά, τώρα πια, όχι και οι αρχαιότερες! Οι ελληνικές πυραμίδες υπολεί πονται αριθμητικά, αλλά αυτό μάλλον είναι συμπτωματικό (υπόκειται στην «chance of discoveryw/πιθανότητα της ανακάλυψης), ήδη όμως διεκδικούν όχι απλά ταυτοχρονία, αλλά μεγαλύτερη αρχαιότητα από τις αρχαιότερες αιγυπτιακές, που χρονολογούνται περί το 2700/2600 π.Χ.
Ωστόσο, το αρχετυπικό των πυραμίδων προσδιορίζεται όχι μόνο από τον πολιτισμό που τις παρήγαγε, αλλά και από την αποστολή και τη χρήση τους. Οι πυραμίδες δεν είναι μόνο ταφικά μνημεία, κάτι που αποτελούν κυρίως οι αιγυπτιακές πυραμίδες. Η σύγχρονη έρευνα έχει αποδώσει άλλο χαρακτήρα και χρήση στη μεγάλη πυραμίδα του Χέοπος, την οποία ερευνά ως αστρονομικό σταθμό ή εργαστήριο, με πειστικά επιχειρήματα! Της αποδίδει δε ακριβή γαιωδεσία και «ευεργετικές» επιπτώσεις στην συντήρηση οργανικών ουσιών που καλύπτονται από το «κέλυφος» της!
Αντίθετα, οι υπόλοιπες, εξ όσων γνωρίζω, και η «κλασική» βαθμιδωτή πυραμίδα του Ζοζέρ (2600 π.Χ. περίπου) είχαν ταφικό προορισμό, όπως δείχνουν οι πολυδαίδαλες υπόγειες ή παρακείμενες ταφικές και λατρευτικές εγκαταστάσεις τους αντίστοιχα. Οι εγκαταστάσεις αυτές είχαν ως προορισμό να παραπλανούν τους τυμβωρύχους και να υπηρετούν την πολλαπλότητα των λατρευτικών εθιμοτυπιών και πρακτικών που αναπτύχθηκαν σε κύριο γνώρισμα της αιγυπτιακής ιερατικής και καθε στωτικής Ιεραρχίας.
Ταφικό προορισμό είχαν σαφώς και οι πυραμίδες του Αμφείου και του Ελληνικού της Αργολίδος, όπως έδειξαν τα ευρήματα και οι εσωτερικές σήραγγες του Αμφείου, αλλά και η παράδοση που ήθελε και τη μία και την άλλη πυραμίδα να έχουν φιλοξενήσει τους τάφους επώνυμων ηρώων των δύο περιοχών (Ζήθος και Αμφίων, Προίτος και Ακρίσιος αντίστοιχα).
                                                 (Του Θεόδωρου Σπυρόπουλου σε παλαιότερο τεύχος του περιοδικού «Τρίτο Μάτι»)