Πέμπτη 27 Αυγούστου 2015

ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΒΕΛΤΙΩΣΗ ΜΑΣ, Η ΕΠΙΓΝΩΣΗ..!



Ο ΜΕΓΑΛΥΤΕΡΟΣ ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΕΛΛΗΝΑΣ ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ-ΔΑΣΚΑΛΟΣ Δ. ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ, ΜΑΣ ΕΙΣΑΓΕΙ ΣΕ ΔΡΟΜΟΥΣ ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑΣ-ΕΠΙΓΝΩΣΗΣ ΚΑΙ ΕΥΡΥΤΕΡΗΣ ΣΥΝΕΙΔΗΤΟΤΗΤΑΣ...


Η ΔΙΕΙΣΔΥΤΙΚΗ "ΜΑΤΙΑ" ΤΟΥ Δ. ΛΙΑΝΤΙΝΗ ΑΝΙΧΝΕΥΕΙ ΤΗΝ ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ-ΥΠΕΡΚΟΣΜΙΑ ΙΣΟΡΡΟΠΙΑ, ΜΕ ΑΦΟΡΜΗ ΤΟΥΣ ΠΡΟΣΩΚΡΑΤΙΚΟΥΣ ΦΙΛΟΣΟΦΟΥΣ.

Είκοσι τρεις λέξεις απόμειναν από τα γραπτά του Αναξίμανδρου. Λιγότερες από τις ώρες της μέρας. Δεν ξέρουμε αν ο χρόνος στάθηκε με δικαιοσύνη πάνω από το έργο αυτού του εξαιρετικού ανθρώπου. Εάν θά ‘πρεπε ή όχι περισσότερα λόγια του να περάσουν τον ποταμό της λήθης και να σωθούν. Εκείνο που ξέρουμε είναι πως ο Αναξίμανδρος μίλησε για τη δικαιοσύνη του χρόνου μ’ ένα τρόπο που κανείς πριν απ’ αυτόν δεν υποψιάστηκε, και κανείς ύστερα από κείνον δεν μπόρεσε να ξεπεράσει. Είναι κατά τούτο ο πρώτος νομοθέτης όχι μόνο σε πανανθρώπινη, αλλά και σε παγκόσμια βάση. Η ιδέα του για τη δικαιοσύνη και την αδικία, πέρα από τα στενά όρια του ανθρώπου, περιχωρεί και τα απεριόριστα πεδία των πραγμάτων και των δράσεων. Και το εύρος της δικής μας ερμηνείας δεν πρόκειται να συμπέσει με το εύρος της δικής του σύλληψης, εάν, υπερβαίνοντας την κοσμική, δεν καλύψει και την οντική περιοχή. Ο Αναξίμανδρος ατένισε την ιδέα της δικαιοσύνης του σύμπαντος. Μέσα από τις ελάχιστες λέξεις των πέντε αποσπασμάτων του μπορούμε να αναστυλώσουμε την εικόνα μιας αποίητης και απαραποίητης Θέμιδας, που πληρώνει το χώρο και αποληθαργεί το χρόνο. Για να κατανοήσουμε σωστά τη διδασκαλία του για την αδικία και την πληρωμή, και να μπορέσουμε ακολούθως να εκτιμήσουμε από την άποψη της αγωγής την απόσταση ανάμεσα στον ανθρωπολογικό τύπο που υποδεικνύει η θεωρία αυτή και στον τύπο που απεργάζεται η σύγχρονη αγωγή, πρέπει να εντάξουμε το όλο σύστημα της στοχαστικής του διόδευσης μέσα στο γενικό πλαίσιο του πνεύματος των Προσωκρατικών. Το κοίτασμα δηλαδή της αφορμητικής στιγμής του εντοπίζεται στην ιδέα του μηδενός και του είναι, όπως την συνέλαβε ο Παρμενίδης. Είδαμε πώς ο Ηράκλειτος, κάνοντας το πρώτο άλμα, προώθησε τη σύλληψη αυτή στην ιδέα της σταθερότητας και της μεταβολής, και πώς ο Εμπεδοκλής, κάνοντας το δεύτερο άλμα, έφτασε στην ιδέα της φιλίας και της στάσης. Ο Αναξίμανδρος μ’ ένα τρίτο άλμα ολοκληρώνει τον κύκλο δένοντας τον κρίκο του τέλους με τον κρίκο της αρχής. Η τροχιά της κίνησης που άρχισε από το ακρότατο σημείο του όντος και, διατρέχοντας την κοσμολογική και τη φυσική περιοχή, κατάληξε στην πρόδηλη μερικότητα του ανθρώπου, με το γιγάντιο τάνυσμα του Αναξίμανδρου υψώθηκε πάλι στο ον. Το καινούργιο στοιχείο που αφήνει ο Αναξίμανδρος να ανιχνευθεί στο ρεύμα του παγκόσμιου κύκλου είναι η έννοια της δικαιοσύνης μ’ έναν τρόπο ανθρώπινα κατανοήσιμο. Το κοσμικό γεγονός και το κοσμικό δράμα, μας λέει, είναι το πλουμιστό υφάδι του σύμπαντος που υφαίνεται στον αργαλειό της αδικίας και ξυφαίνεται αδιάκοπα από τον αργαλειό της ανταπόδοσης. Οι νόμοι της φύσης και η λειτουργική των φαινομένων είναι τα ακατασκεύαστα ρείθρα που συγκρατούν και προπέμπουν το αφρισμένο αλαλητό των όντων, καθώς ο λόγος του σφρίγους και της ευδοκίας τους τα προάγει σ’ ένα τέλος αυθαιρεσίας και μέθης. Η ποικιλία των πραγμάτων με όλο το κατάπληκτο πλέγμα της ζωντανής αλληλουχίας τους είναι οι ορδές των κληρωτών και των επιταγμένων που στρατολογήθηκαν για μια παγκόσμια εκστρατεία θριάμβου προορισμένη, μετά την τροπαιοφόρα καμπή της, να υποτάσσεται στη δικαιοσύνη της ήττας της. Για να προσεγγίσουμε την έννοια αυτής της ευνομίας πρέπει να θεωρήσουμε τα πράγματα με αναστραμμένη την προοπτική της ηθικής μας συνήθειας. Τη δικαιοσύνη δηλαδή, πρέπει να την αντικρίσουμε σαν εγκόσμια τάξη, και να την αναζητήσουμε στα μέρη που ξεσυνηθίσαμε να φανταζόμαστε πως υπάρχει. Θα δεχτούμε τότε ότι αδικεί ο χειμώνας όταν μαργώνει τα δέντρα, ξεκάνει τα ζωύφια, απωθεί τα αγρίμια στις κώχες και ετοιμάζει στους σπόρους τον ενταφιασμό και τη σήψη. Ότι από την άλλη μεριά, αδικεί το θέρος όταν παραδίνει τις πέτρες στον πυρετό, σωρεύει πατωσιές τον κουρνιαχτό, στερεύει τα ρέματα, μάχεται τα σύννεφα, σπέρνει στον αέρα το πνίγος, και αναγκάζει το μεστωμένο σώμα της νύχτας να αποσαρκώνεται και να λιγνεύει. Με παρόμοιο τρόπο ότι η στιγμή της ακμής του λουλουδιού συνιστά μια πράξη ύβρης, ότι το μήλο που κοκκινίζει στην άκρη του κλώνου έχει εισέλθει στο στάδιο μιας κολάσιμης υπερβολής, ότι το περιβόλι που πρασινίζει αδικεί την ξερολιθιά. Και ακόμη ότι η στέγνια και η γύμνια της Σαχάρας είναι έγκριτη, μόνο επειδή υπάρχουν οι απέραντες πεδιάδες της Κρακοβίας. Συνοψίζοντας σε μια τέτοια γραμμή το νόημα των παρατηρήσεων που μπορεί να γίνουν με βάση το σχέδιο της φύσης και την οικονομία της ζωής, καταλήγουμε στο πνεύμα ενός αξιώματος, σύμφωνα με το οποίο τα πράγματα συμμορφώνουν το δραστικό τους λόγο στην πειθώ μιας ενιαίας πορείας με αντίδρομη φορά. Ο ένας δρόμος συμπροπέμπει τα όντα στην ορμή της πλήρωσης και της ανόδου. Πλειοδοτεί την κατάφαση, ενθαρρύνει τον πλούτο, ευνοεί τη γονιμάδα, κατανεύει σταθερά το ναι και το αμήν. Είναι ο δρόμος της γέννησης, της ακμής, του θάλους, του πόρου, της κυριαρχίας, της χαράς, της διάχυτης υπεροχής. Στην πορεία αυτή υπάρχει ένα ακρότατο σημείο, που η ορμή των όντων θα το υπερβεί φυσιολογικά και αβίαστα. Χωρίς δηλαδή υστεροβουλία και πρόθεση, χωρίς κακότητα, περιφρονημό και θράσος. Επειδή η στιγμή αυτή της έξαρσης, της αναπότρεπτης υπερβολής και της φυσικής τελείωσης είναι νόμιμη και κοσμικά διατεταγμένη. Αλλά τη στιγμή αυτή – κι εδώ βρίσκεται το παράξενο του κόσμου – που η φορά του ρυθμού τους, ανεβάζει τα όντα στην ακμή, τη στιγμή της άκρας επίτασης που τα ίδια τα όντα θα θέλανε να της φωνάξουν εκείνο το Σταμάτα λοιπόν! είσαι τόσο ωραία του ανικητονικημένου Φάουστ, έχει κιόλας σημάνει η επίσημη είσοδος στη γη της αδικίας. Η ζαριά της ανταπόδοσης έχει ριχτεί, η απόφαση της τιμωρίας είναι πια υπογραμμένη. Δεν είναι ανεξήγητο, νομίζω, γιατί αυτή τη στιγμή του ανθρώπου οι έλληνες πίστευαν ότι υπάρχει κίνδυνος να την φθονήσουν οι θεοί:
Εμοί δε αι σαι μεγάλαι ευτυχίαι ουκ αρέσκουσι, επισταμένω το θείον ως έστι φθονερόν.
Έτσι τα όντα εισέρχονται στον άλλο δρόμο του Αναξίμανδρου, όπου το γενικό πρόσταγμα ανατίθεται στις δυνάμεις της άρνησης. Η φθορά και η πτώση, ο μαρασμός και η συρρίκνωση, η καταφορά, η ατονία, η φυγή και η κατάλυση, η ελάττωση και ο σωριασμός, η παρέλευση, η εγκατάλειψη και η τύψη, ο αφανισμός και η μεγάλη Λήθη ανεβαίνουν σταθερά στο φως, αναλαβαίνουν εορταστικά την αρχή, και υπηρετούν με πίστη τη θητεία τους. Τότε σβήνεται η πυρκαγιά της ύβρης, πληρώνεται το χρέος στο μηδέν, κορέννυται το μένος της ανταπόδοσης, και ισοζυγιασμένοι οι βραχίονες της ισορροπίας δείχνουν πάλι τις ανεκτές τιμές της κοσμικής αποκατάστασης.Οπότε αρχίζει εκ νέου η δρομολόγηση των όντων, του καθενός ξεχωριστά, των ζευγών, των ομάδων και των συστημάτων ευρύτερα, και όλων μαζί, στον πρώτο δρόμο της ανόδου. Ολόκληρη αυτή η διαλεκτική της αδικίας και της τίσης σημαίνει απλά:Θα φυλλομαδήσουν τα μπουμπούκια που άνοιξαν, θα σαπίσει ο καρπός που ευώδιασε, θα βουλιάξει στις ροές της νύχτας ο ήλιος του μεσημεριού, ο ωραίος Αγχίσης που άναψε τον πόθο στη θεά, θα γεράσει και θα ρημαχτεί, θα μαχαιρωθεί στο Καπιτώλιο ο Καίσαρ, οι βοριάδες θα πληρώσουν στη νηνεμία, το Αούστερλιτς θα γεννήσει την Αγία Ελένη του Ατλαντικού, οι πόλεμοι του Οκταβιανού θα κλείσουν την πύλη του ναού του πολέμου, ο μουζίκος θα κοιμηθεί στον κοιτώνα του τσάρου, εκείνος που τον τραγούδησαν δεν αμφιβάλλει πως θα τον κλάψουν. Και δεν θα πεθάνει, μόνον όποιος δεν εγεννήθηκε. Βέβαια δεν πρέπει να παραβλέψει κανείς ότι η σύλληψη του Αναξίμανδρου για την αδικία και την πληρωμή, με τον τρόπο που εκτίθεται από τον ίδιο, έχει κοσμικό κυρίως και λιγότερο ηθικό νόημα.Κατά τούτο μοιάζει περισσότερο με τις ανάλογες οράσεις των άλλων Προσωκρατικών, όπως είναι η άνω και κάτω οδός του Ηράκλειτου, η φιλία και το νείκος του Εμπεδοκλή ή, εάν αποβλέψουμε στο ευρύτατο πλάτος της έννοιας, το μηδέν και το είναι του Παρμενίδη. Και μοιάζει ακόμη περισσότερο, όταν αναλογιστούμε ότι ο δικαστής που προεδρεύει σε μια τέτοια Δίκη – σ’ ένα τέτοιο Prozess θα λέγαμε στη γλώσσα του Κάφκα – είναι ο χρόνος.Ένα στοιχείο δηλαδή, που στέκεται πολύ πιο μακρυά από την ανθρώπινη συλλογιστική και την ανθρώπινη κρίση, όπως αυτή παρουσιάζεται στο δικαστήριο της Ιστορίας, είτε σαν η σοφία του Σολομώντα, είτε σαν η Ηλιαία του 399 π.Χ., είτε σαν το Συνέδριο του Καϊάφα, είτε σαν ο Magnus Inquisitor της μαύρης Ισπανίας.Και η νομοθεσία σύμφωνα με την οποία δικάζει ο χρόνος είναι η τάξη των πραγμάτων. Ένα βιβλίο δηλαδή, που στέκεται επίσης πολύ πιο μακρυά από τις πλάκες του Μωυσή, τίς κύρβεις του Σόλωνα, ή τη ρωμαϊκή Δωδεκάδελτο. Ο χώρος του δικαστηρίου είναι το άπειρο. Μια έννοια με την οποία ο Αναξίμανδρος απασχολεί τη σύγχρονη μακροφυσική όχι λιγότερο απ’ όσο απασχολεί τη σύγχρονη μικροφυσική ο Δημόκριτος με την έννοια του ατόμου. Ολόκληρο το απόσπασμα είναι το ακόλουθο:
Α... αρχήν... είρηκε των όντων το άπειρον... εξ ων δε η γένεσις εστι τοις ούσι, και την φθοράν εις ταύτα γίγνεσθαι κατά το χρεών, διδόναι γαρ αυτά δίκην και τίσιν αλλήλοις της αδικίας κατά την του χρόνου τάξιν.
Είναι φανερό ότι η παράσταση της δικαιοσύνης του Αναξίμανδρου μπορεί να εφαρμοστεί στην περιοχή της ανθρώπινης πράξης, όταν ο άνθρωπος κατανοήσει ότι αποτελεί μικρογραφία του σύμπαντος. Όσο περισσότερο μπορούμε να υπερβαίνουμε το περίγραμμα της ατομικής μας κατασκευής και να απλώνουμε την προσωπική μας ύπαρξη στην έκταση του κόσμου, τόσο περισσότερο πλησιάζουμε το λόγο της αναξιμάνδρειας δικαιοσύνης. Τόσο, που στο τέρμα αυτής της ροπής θα βρίσκαμε την ταύτιση τού ενός υποκείμενου με τα πολλά αντικείμενα. Αδειάζοντας η ατομική μας λήθη, θα μας γέμιζε η φυσική αλήθεια. Ο άνθρωπος θα γινόταν ένα με τα δέντρα, με τα φύκια και με τα χρώματα. Στο στίχο Λέω: να γίνει αληθινή σα δέντρο η ωραία Μυρτώ, η λέξη ‘αληθινή’ είναι ό,τι για τα ζωντανά το μυστικό σημείο που τα κάνει ζωντανά. Το δεύτερο στοιχείο που οικοδομεί τη δυσκολία, προκειμένου να εφαρμοστεί στα ανθρώπινα η δικαιοσύνη του Αναξίμανδρου, είναι η σφοδρή αντιδικία ανάμεσα στους δύο αυτουργούς του ανθρώπινου και του φυσικού δράματος. Ο ύπατος στην ανθρώπινη πράξη είναι η ελευθερία, ο ύπατος στη φυσική τάξη είναι η ανάγκη.
                                                                          (Αποσπάσματα από το "Homo Educandus")


ΣΠΟΥΔΑΙΟΣ ΔΙΑΧΡΟΝΙΚΟΣ ΟΔΗΓΟΣ ΑΥΤΟΓΝΩΣΙΑΣ Η "ΟΔΥΣΣΕΙΑ"...

Όταν ο Οδυσσέας έφτασε στο νησί του κύκλωπα Πολύφημου, έμελλε να ζήσει μια περιπέτεια φρίκης που δεν είχε το όμοιο της.
Καθότανε και κοίταζε ετούτον το θηριάνθρωπο, πού 'χε στη μέση το κούτελο ένα μάτι σα μαύρο φεγγάρι . Περιδιάβαζε την ατέλειωτη κατεβασιά της κεφαλής του, και τις ζαρωματιές της που κατέβαιναν σα ρέματα, και πάσχιζε να τηνε ξεχωρίσει από τους γύρω βράχους. Έκανε να κοιτάξει τα δέρματα των αυτιών του, και κατέβαζε τα μάτια σαν δαρμένο σκυλί. Κι όταν άνοιγε το στόμα του, όταν άνοιγε εκείνον τον καιάδα, χασμουρητά ρινόκερου και κροκόδειλου τον έκαναν να πισωπατά.
Αλλά σαν είδε σε λίγο το γιγάντιο εκτόπισμα ν' αρπάζει τα συντρόφια του δύο δύο, να τα χτυπά στην πέτρα σαν κουτάβια, να συντρίβουνται και να καταρρέουν τα κόκαλα τους με το σαλαγητό σπιτιού που θρουβαλιάζεται συθέμελο. σαν είδε να ρουφάει από το σπασμένο κρανίο τα μυαλά τους, σα νά 'πινε το γάλα καρύδας, τότε... Ε' τότε ήταν που του λύθηκαν τα μέλη. Χέρια, πόδια, μυαλό, γλώσσα, νεύρα, τά 'χασε ούλα. Και τα δόντια του να χτυπάνε σα βουρλισμένα κρόταλα.
- Τωώρα... βατάρισε. Τώρα ούτε η Αθηνά δε με σώνει. Ζάρωσε απόμακρα, καθότανε, και περίμενε χωρίς να περιμένει.
Και το μάτι του Κύκλωπα να λουχτουκιά ανάμεσα στα τσίνορα από φύλλα φραγκοσυκιάς. Και το στόμα του, λαγκάδα σκοτεινή, να ξερνοβολά ογκανητά, ερευγμούς, ανθρώπινα κρέατα και κρασιά.
- Ποσειδώνα μου, η χάρη σου. Τι πήγες και γέννησες! τραύλισε. Με ποια δράκαινα έσμιξες και τό 'καμες ετούτο το αμπλάκημα; Ετούτο το κολοσσαίον πανικού;
Εκοίταζε πολλή ώρα, και συλλογιότανε πάλι.
- Κι ακούς εκεί; Να τονε λένε Πολύφημο! Εξακουστό, δηλαδή, και φημισμένο στο ντουνιά. Αυτό δεν είναι όνομα, μπόγια μου. Αυτό είναι ο ανθός των ονομάτων. Σαν όλους τους δοξασμένους ανθρώπους της εποχής μου. Που τους ακούει ο κόσμος στα ράδια και στις εφημερίδες. Το όνομα του είναι τίτλος και κατάθεση της φήμης και της δόξας.
Ετότες ήταν που βρήκε το δικό του όνομα. Από ψυχολογία φόβου και εναντίωσης τού 'ρθε η έμπνευση για το δικό του όνομα, που θά 'λεγε στον Κύκλωπα, εάν τον ερωτούσε. Αφού αυτός είναι το άπαντο της φήμης, εγώ θα είμαι το τίποτα .
Εκεί τον εξεχώρισε ο Κύκλωπας ανάμεσα στο παραλοϊσμένο κοπάδι των συντρόφων του. Και τον ερώτησε.
- Και πώς σε λένε εσένα, λεβέντη μου; Που 'σαι και τσιρβελής.
Ο Οδυσσέας μάτιασε καρσί το χαλκωματένιο ταψί της μουσούδας του Κύκλωπα και αποκρίθηκε.
- Κανένα. Κανένα με φωνάζουνε, Κύκλωπα, η μάνα κι ο πατέρας μου, κι όλοι μου οι συντρόφοι.
Ούτις εμοί γ' όνομα. Ούτιν δέ με κικλήσκουσι
μήτηρ ηδέ πατήρ ήδ' άλλοι πάντες εταίροι.
Ο Κύκλωπας εγέλασε με τη σαγόνα, με τις πλάτες, και με την παραυτίδα του.
- Όνομα και τούτο. Ακούς Κανένας! Μα κι ο βλάκας στους βλάκες να ήσουνε, καημένε, κι ο βασιλιάς των ποντικών, θά 'χες ένα όνομα της προκοπής.
Ύστερα τα πράγματα επήρανε κατεβασιά ορυμαγδού. Ο Οδυσσέας έβλεπε και μέτραε. Μια βραδυά δύο συντρόφοι. Δύο βραδυές τέσσερες συντρόφοι. Τρεις βραδυές έξι συντρόφοι. Και τελευταίος εγώ, απόσωσε αχνός σαν την άχνα. Έτσι μου είπε.
Σαν τους αμερικανούς τό ‘μοιασα, όταν σκαρώνανε «τον πόλεμο των άστρων», συλλογίστηκε πικρόχολα. Θα ιδούμε στο τελεβίζιο όλο τον πλανήτη να γίνεται παρανάλωμα του πυρός, θα ευφρανθεί η ψυχή μας θέαμα, θα φωνάξουμε: ωραία! κι ύστερα θα πεθάνουμε κι εμείς. Τελευταίοι και με εικόνα.
Τότες ήρθε ο καιρός, για να μπει στο μυαλό του η Αθηνά. Ο καιρός, με την έννοια που το λέγανε οι έλληνες. Η κατάλληλη στιγμή, που αλλίμονό σου αν την αφήκεις και προσπεράσει.
Γιατί βρέθηκε σ’ εκείνη την πίεση, που έπρεπε να συμπιεστεί το ασυμπίεστο. Να στιφτεί το μάρμαρο.
Έτσι άρχισε ο μεγάλος αγώνας του Οδυσσέα. Ο μεγάλος αγώνας, ο Kampf, η μια από τις τέσσερες οριακές καταστάσεις του ανθρώπου, που λένε στη Φιλοσοφία της Ύπαρξης. Αλλά μήπως δεν το λέει κι ο Πλάτων; Ένθα δη πόνος τε και αγών έσχατος ψυχή πρόκειται.
Το μυαλό του εγίνηκε εκείνη η χιονοστιβάδα από τα δέκα χιλιάδες άρματα του Κόνιεφ και του Ζούκωφ, που εκατέβαιναν και ισοπέδωναν τα όρη.
Κουβαλάει το δυνατό κρασί από τα ασκιά・ μεθάει κουνουπίδι τον Κύκλωπα. περιμένει να βουλιάξει στον υδράργυρο του ύπνου. ξύνει με το μπαλταδάκι κοφτερά τη μύτη του παλουκιού・ τι παλούκι, δηλαδή, αυτό ήταν ολόκληρο κατάρτι. και ύστερα το καίει στη φωτιά.
Κι όταν ο Πολύφημος ξερνοβολά και ροχαλίζει, σα να κατρακυλάνε στη ροβόλα δέντρα ξερριζωμένα και χαλικωσιές, του το μπήγει στο μάτι μ' ένα ουααά! που το παλούκι έφτασε ως το μυαλό. Έτσι έκαμε τον κόκλη καίκο. Το μονόφθαλμο τυφλό.
Άχνιζε και καιγότανε και τσιτσίριζε το ξύλο και η σάρκα. Και η γλήνα του ασπραδιού περέχυνε ολάκερη την προσκαμουσιά του ανθρωποφάγου.
Ακκούμπησε στην άκρη της σπηλιάς ξεπνοημένος.
- Ούτε για να κυριέψω την Τροία δεν ίδρωσα τόσο! απόσωσε.
Και σαν μέρωσε η μέρα και χάραξε η αυγή, γατζώνεται αυτός και το κάθε συντρόφι ένα κριάρι στην κοιλιά, και ξαναβγαίνουν στο φως από τη γούφα της φοβερής κλεισμάρας. Σα να ξαναβγήκαν από την κόλαση. Όπως θα ιστορήσει σε μια παρακατιανή ραψωδία, τη Νέκυια.
Ο Κύκλωπας σκούζει, τινάζεται, βλαστημά, σπαρταράει. Χτυπιέται και παραγουλιάζεται απάνω στους βράχους, σαν ένα πελώριο χταπόδι, που μόνο ο πατέρας του με την τρίαινα θα δύνοταν να καμακώσει.
Ο Οδυσσέας δύο λιθοπέτια μακρυά, καβάλα στο καράβι του, σα νά 'τανε καβάλα στην ευνή της Κίρκης, γυρίζει και κοιτάει στο νησί. Βλέπει το μόστρο να ασπαίρεται, και με τις οιμωγές και τις βλαστήμιες του να ξεγδέρνει στα τυφλά τους δεκαέξι αέρηδες. Βάζει τότε τις δύο απαλάμες στο στόμα χωνί, και του φωνάζει.
- Εεεέ, Πολύφημε. Άτσαλε και χάχα! Αν σε ρωτήσουνε ποτές, ποιος σου πούλησε την άγρια τυφλομάρα στο φεγγί σου, που ένα τό 'χες και κείνο όρτσα, να τους ειπείς ο Οδυσσέας. Ο γιος του Λαέρτη. Ο καστροκαταλύτης...
Κύκλωψ, αι κέν τίς σε καταθνητών ανθρώπων
οφθαλμού είρηται αεικελίην αλαωτύν
φάσθαι Οδυσσήα πτολιπόρθιον εξαλαώσαι.
Την περιπέτεια την άρχισε ο Κανένας και την ετελείωσε ο Οδυσσέας. Η ιστορία αυτή στο νησί του Κύκλωπα είναι η ζωή του καθένα μας. Με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, ο κάθε άνθρωπος του μέλεται να ζήσει τη δική του Κυκλώπεια. Είτε στο ρόλο του Οδυσσέα, είτε στο ρόλο των συντρόφων. Όχι βέβαια του Κύκλωπα. Γιατί ο Κύκλωπας είναι ο λόγος της φύσης και ο ορισμός της μοίρας μας.
Ξεκινάμε τη ζωή μας ανυπόστατοι, αδοκίμαστοι, ανύπαρκτοι, ανώνυμοι. Ξεκινάμε μέσα στην οντολογική λήθη, και μέσα στην αδιαφανή ομίχλη της μέριμνας. Αυτή μας παλεύει, να μη δέσουμε δεσμούς συναγωγούς φιλίας με τη βαθύτερη ουσία της ύπαρξης μας. Ο καθένας μας ξεκινά με το όνομα Κ α ν έ ν α ς.
Αν ξεφύγουμε ετούτη την πανίσχυρη βαρυτική δύναμη, που μας τη φόρτωσαν οι θεοί, ο Δίας η Μέριμνα η Γη, φενάκη και δόλωμα, για να μη νιώθουμε άκοπα και χάρισμα το πολύτιμο νόημα της ίδιας της ζωής μας・ αν φτάσουμε να πληρώσουμε το ακριβό λύτρο που αξιώνει η φύση και η ουσία της ανθρώπινης μοίρας μας・ αν αλλάξουμε το μουσικό μας τρόπο, πηδώντας από τον απλοϊκά υποστασιακό στον αυθεντικά υπαρκτικό άνθρωπο, από τη φλογέρα του βοσκού στο φλάουτο του Μότσαρτ (Zauberflote), από το Man στην Existenz, από το Ούτις στο Οδυσσέας・ αν γίνει να κινήσουμε λειτουργικά τη διαλεκτική μας σχέση με το πρόβλημα της ουσίας και του βάθους της ζωής μας・ αν περπατήσουμε το βραχύ μας βίο έξυπνοι και εγρήγοροι, και όχι κοιμισμένοι και νεκροί που σαλαγιούνται σαν πρόβατα στο Γιοφύρι της Λόντρας ή στην οδό Πανεπιστημίου,
τότες έχουμε νικήσει το φοβερό Κύκλωπα και τη φυλακή της σπηλιάς του. Ελαξουργήσαμε την άμορφη και άσχημη πέτρα του Κανένας, και μέσα από το σκοτάδι της ανεβάσαμε στο φως τον άνθρωπο με όνομα. Ένα άγαλμα ορατό και ωραίο ωσάν το Δορυφόρο του Πολύκλειτου.
Ποιοι είναι οι σύντροφοι του Οδυσσέα; Είναι εκείνοι που ο καθένας τους είναι ένας Κανένας, και Κανένας θα μείνει. Μας είναι και θα μας μείνουν τόσο άφαντοι και άγνωστοι όσο και οι κάτοικοι του Λάγκος και της Μοζαμβίκης σήμερα, ή οι κάτοικοι της Σκυθίας και της Βαιτικής εχθές.
Οι σύντροφοι του Οδυσσέα είναι κάποιοι «ομογενείς», κατά την πονεμένη έκφραση του Μυριβήλη, που έζησαν στο χωριό και στον καιρό του Σολωμού, του Καποδίστρια, του Βενιζέλου, του Καβάφη, και όποιου άλλου μεγάλου και τιμημένα επώνυμου. Είναι οι χιλιάδες και μυριάδες άνθρωποι που έζησαν και βουλιάξανε άγνωστοι και ανώνυμοι για μας στην άπειρη λήθη του σύμπαντος.
Όμοια, όπως εβούλιαξε ο παπούς του παπού μου και η γιαγιά της γιαγιάς μου. Γνωρίζεις, τίμιε αναγνώστη, να μου ειπείς ποιο ήταν το όνομα της γιαγιάς της γιαγιάς σου; Την εσκέφθηκες ποτέ σου έστω και μία φορά; Που ημπορεί να ήταν έμορφη, σαν τη Μπαλατσινού! Πού το ξέρεις;
Ο Σολωμός όμως και ο Κολοκοτρώνης, ο Βενιζέλος ο Κάλβος, και οι άλλοι μεγάλοι και τίμιοι επώνυμοι είναι ο Κανένας που ενίκησε τον κύκλωπα της Μέριμνας, και καταστάθηκε να γίνει ο ένας με τ’ όνομα.
Είναι οι άνθρωποι, που, ένας ένας στο πόστο του, εκάμανε τον αγώνα και ζήσανε την αγωνία, που έκαμε και έζησε στην αρχή της Κυκλώπειας ο Κανένας, για να γίνει στο τέλος ο Οδυσσέας. Δρόμος, ε!
                                   (Από τη Γκέμμα του Δημήτρη Λιαντίνη, κεφάλαιο Κυκλώπεια, σελ. 96 - 101)


ΟΙ ΑΡΧΑΙΟΙ ΕΛΛΗΝΕΣ ΣΟΦΟΙ ΚΑΙ Ο ΜΕΓΑΛΟΣ ΣΥΓΧΡΟΝΟΣ ΕΛΛΗΝΑΣ ΦΙΛΟΣΟΦΟΣ Δ. ΛΙΑΝΤΙΝΗΣ ΕΠΙΧΕΙΡΟΥΝ ΝΑ ΔΩΣΟΥΝ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΕΡΩΤΗΜΑ ΓΙΑ ΤΟ ΑΝ ΥΠΑΡΧΕΙ ΜΕΤΑ ΘΑΝΑΤΟΝ ΖΩΗ...

Λέμε απλά: Υπάρχει ζωή μετά θάνατο. Αλλά πιά ζωή; Οι Έλληνες μας είπαν ότι ο άνθρωπος καθώς πεθαίνει εξαφανίζεται, χάνεται... Ο Όμηρος παραδείγματος χάριν, λέει στη Ραψωδία Ζ' της Ιλιάδας, σε μιά στιχομυθία ανάμεσα σε δύο ήρωες, στον Αντίλοχο το γιό του Νέστορα και τον Γλαύκο, έναν Τρώα, που συναντιούνται και βρίσκονται αδερφοποιτοί, τον περίφημο στίχο, "οίη περ φύλλων γενεή, τοίη δε και ανδρών", εμείς οι άνθρωποι δηλαδή είμαστε όμοιοι με τις γενιές των φύλλων. Βλέπεις ένα φύλλο στο δέντρο, μεγαλώνει, πρασινίζει, λάμπει, λαμποκοπάει, έρχεται το φθινόπωρο, μαραγκιάζει, συρρικνώνεται, μαραίνεται, πέφτει, το παίρνει η βροχή και η λάσπη, εξαφανίζεται. Τέτοιοι είμαστε εμείς, οι άνθρωποι. Σαν τις γενιές των φύλλων. Καμία παρηγοριά, φιλοσοφικά. Το ίδιο πράγμα θα μας πει ο Πίνδαρος στον περίφημο όγδοο Πυθιώνικο, που λέει εκείνους τους δύο φοβερούς στίχους: Επάμεροι, εφήμεροι δηλαδή, είμαστε... Τι δε τις; τι δ' ου τις; σκιάς όναρ άνθρωπος. Τι είμαστε; Τι δεν είμαστε; Είμαστε στο βαθμό που δεν είμαστε, αύριο δε θά 'μαστε. Σκιάς όναρ, όνειρο σκιάς είναι ο άνθρωπος, ούτε καν όνειρο, ούτε καν σκιά. Όνειρο σκιάς...
Υπάρχει ζωή όμως μετά θάνατο... Εκείνο που μένει όταν θα πεθάνουμε είναι η καλή μνήμη που αφήνουμε στους ανθρώπους. Είναι, δηλαδή, αυτό που λέμε διαφορετικά στη φιλοσοφία ενδοκοσμική αθανασία... Υπάρχουν άνθρωποι που πεθάνανε και τους ξέρουμε, τους μνημονεύουμε, τους μελετάμε, τους θαυμάζουμε... Ο Παστέρ, ο Φλέμινγκ, χιλιάδες άνθρωποι που προσέφεραν και ευεργέτησαν τον άνθρωπο. Από εδώ άλλωστε ξεκινάει η περίφημη εκείνη φράση του λαού μας που  λέει: τον πλούτον εμίσησαν πολλοί, την δόξαν ουδείς. Και αυτό σημαίνει τον βαθύτερο πόθο που έχει ο άνθρωπος να ζήσει αγαθή η μνήμη του όσο γίνεται... Λέμε Καραϊσκάκης και δακρύζουμε, λέμε Μάρκος Μπότσαρης και δακρύζουμε και αυτή είναι η μνήμη που μένει... Αυτό το παράδειγμα αρχετυπικά μας το δώσανε οι Έλληνες, με την περίφημη ραψωδία της Οδύσσειας, την Κ' , την Κυκλώπεια. Ας θυμηθούμε... Ο Οδυσσέας με τους συντρόφους του βρίσκεται στα στενά. Τον αρπάζει ένας κύκλωπας, τον εγκλωβίζει μέσα σε μιά σπηλιά και αρχίζει μετά εκεί το μεγάλο μακελειό. Τη μιά βραδιά τρώει δύο, την άλλη άλλους δύο, την άλλη άλλους δύο, κοιτάει και ο Οδυσσέας τρέμοντας ... Πού το βρήκαν αυτό το τέρας ; Οπότε τον βλέπει ο Κύκλωπας και του λέει : Εσύ μ' αρέσεις, θα σε φάω τελευταίο. Πώς σε λένε; Λέει ο Οδυσσέας: Ούτιν με κυκλήσκουσι Κύκλωψ. Το όνομά μου είναι κανείς, "ούτις". Όχι κάποιος, κανείς..! "Ούτιν με κυκλήσκουσι τοκίες οι δε εταίροι οι δε φίλοι άλλοι πάντες". Με φωνάζουνε κανένα. Δεν έχει όνομα. Είναι ανυπόστατος... Όταν περνάει τη φοβερή περιπέτεια όμως και επιβάλλεται και νικάει και διασώζεται, κυριαρχεί και εξοντώνει, με τον τρόπο που εξόντωσε τον Κύκλωπα και βγαίνει έξω με τα κριάρια και μπαίνει στο πλοίο, τον άτιμο, λέει, θα του μιλήσω. Ο Κύκλωπας είναι απάνω και σφαδάζει σαν τα χταπόδια, χτυπιέται τυφλός, φωνάζει, στους βράχους. Πάμε Βασιλιά να φύγουμε του λένε οι σύντροφοι, θα πετάξει κανένα βράχο, θα μας βουλιάξει. Όχι, δεν τον κρατάει κανείς τον Οδυσσέα. Και φωνάζει: Έε! Κύκλωψ, άτσαλε και χάχα! Αν σε ρωτήσουνε, ποιός σου έδωσε αυτή την άγρια τυφλωμάρα, ("αεικελίην αλαωτήν" στο πρωτότυπο), να πεις, ο Οδυσσέας, ο γιός του Λαέρτη, ο καστροκαταλήτης ("φάσθαι Οδυσσήα πτολιπόρθιον εξαλαώσαι")!
Ξεκινάει, λοιπόν, ο άνθρωπος σαν ο κανείς, ανυπόστατος, μπαίνει στην περιπέτεια αυτή τη φοβερή, που είναι η περιπέτεια της ζωής για τον καθένα, κι αφού τη νικάει και δημιουργεί, δείχνει ότι δημιουργεί, παίρνει όνομα, γίνεται επώνυμος... Αυτό που μένει, δηλαδή, μετά θάνατον είναι η καλή μας η μνήμη... Και γι'αυτό όλοι αγωνίζονται...
                                        (Από διάλεξη του Δ. Λιαντίνη για την "Φιλοσοφική Θεώρηση του Θανάτου")
 

ΑΣ ΕΠΑΝΑΠΡΟΣΑΝΑΤΟΛΙΣΘΟΥΜΕ ΠΝΕΥΜΑΤΙΚΑ ΕΜΠΝΕΟΜΕΝΟΙ ΑΠΟ ΤΑ ΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΜΕΓΑΛΟΥ ΣΥΓΧΡΟΝΟΥ ΔΙΑΝΟΗΤΗ Δ. ΛΙΑΝΤΙΝΗ...

Ενώ νομίζουμε ότι αγωνιζόμαστε για τη ζωή, στην πραγματικότητα κατασκευάζουμε το μεγάλο μας θάνατο. 
(Λιαντίνης-1984)

Γιατί τι είναι ο άνθρωπος χωρίς τα πάθη; Χωρίς τα πάθη του ο άνθρωπος είναι δρομέας κουτσοπόδης και δισκοβόλος κουλός. Είναι Κικέρωνας με κομμένη γλώσσα, ναυτικός χωρίς τη θάλασσα, ένας επιβήτορας ευνουχισμένος. Τα πάθη μας ξεσηκώνουν το μεγαλουργό βούρλισμα της δημιουργίας. Και κάνουν την κούκλα γυναίκα, και το γεφύρι πέρασμα, και τον καλόγερο Παπαφλέσσα. Τα πάθη μοιάζουν με το θάνατο, που ‘ναι το δώρο της ζωής και το μυστικό της. Αλλίμονο αν φύγει ο θάνατος από μέσα μας. Ξέρετε γιατί δεν πεθαίνουν τα πτώματα; Γιατί ο θάνατος έφυγε από μέσα τους. ("Πολυχρόνιο, Στοά και Ρώμη")

Βλέπω ότι ο homo insipiens, ο άνθρωπος βλάκας, είναι ο κραταιός, ενώ ο homo sapiens είναι ο ανίσχυρος. Και ότι ο πρώτος οδηγεί το δεύτερο σε ομαδικό θάνατο τάφου. Και πάνω στην ταφόπλακα διαβάζουμε κιόλας το επίγραμμα της βλακείας, που σκάλισε ο γοερός ποιητής: "Δω μια φορά ήταν άνθρωπος, κι εκεί ‘ταν ένας τόπος".»
("Γκέμμα")


Έλληνες θα ειπεί όσο ζεις, να δοξάζεις με τους γείτονες τον ήλιο και τον άνθρωπο. Και να παλεύεις με τους συντρόφους τη γη και τη θάλασσα. Και σαν πεθάνεις, να μαζεύουνται οι φίλοι γύρω από τη μνήμη σου, να πίνουνε παλιό κρασί, και να σε τραγουδάνε. 
("Γκέμμα")

Η πηγή της ζωής που ζούμε είναι ο θάνατος που φέρνουμε μέσα μας, Αλίμονο σε κείνον που ο θάνατος θα φύγει από μέσα του. Ένα πτώμα όσο και να αγωνίζεσαι να το κάμεις να πεθάνει, δεν θα τα καταφέρεις. Γιατί ο θάνατος έχει φύγει από μέσα του. Έχει πεθάνει... Ο θάνατος λοιπόν είναι η λήξη, αλλά είναι και ο τελικός στόχος, ο έσχατος και ο συγκεντρωτικός σκοπός της ζωής μου. Όλα όσα κάνω εκεί αποβλέπουν και εκεί κατατείνουν. Η φορά της ζωής μου με φέρνει να πραγματώσω, να φτάσω, να κατορθώσω, να συντελέσω, να δικαιώσω, να αποκαταστήσω την εκκρεμή στιγμή του θανάτου μου... Είναι και ο θάνατος πράγμα φυσικό. Όπως το μήλο στη μηλιά, το κυανού της θάλασσας, η αυγή που προβαίνει, ο ίσκιος του όρους. Το να κουβεντιάζεις το θάνατο δεν οδηγεί στον πεσσιμισμό και στην άρνηση. Ούτε στην παραίτηση από τη ζωή, και στο μοιρολόι της φώκιας. Αντίθετα ετούτος ο τρόπος στόχασης είναι ο μόνος τίτλος που πιστοποιεί πως ο άνθρωπος κατάκτησε την πνευματική του αρτίωση. Σε μαθαίνει να βλέπεις τα πράγματα και τη ζωή με την πιο εκλεκτή ένταση, και με ένα βλέμμα διαρκώς παρθενικό. Γιατί κάθε φορά τα βλέπεις και τα ζεις για τελευταία φορά.
("Τα Ελληνικά")


Όποιος πιστεύει στο θεό, έχει μέσα του ένα νεκρό θεό. Όποιος δεν πιστεύει στο θεό, έχει μέσα του ένα νεκρό άνθρωπο. Όποιος πιστεύει αλλά και δεν πιστεύει στο θεό, έχει μέσα του ζωντανό το νόμο της φύσης. Απλά, καταληπτά, και στα μέτρα του ανθρώπου ζει το θαύμα του κόσμου... Για το δίκαιο άνθρωπο ο θεός, το υπέρτατο ον, θα μένει ανάμεσα στο ναι και στο όχι. Θα δηλώνει το σημείο της αιώνιας αναζήτησης, και της αιώνιας απορίας. Θα είναι το ον, τό ἀεὶ ζητούμενον καί ἀεὶ ἀπορούμενον, που γράφει ο Αριστοτέλης στα “Μετά τά Φυσικά” του.
("Γκέμμα")

Ο περήφανος και ο τίμιος άνθρωπος θα ζητήσει την εσχατιά της αλήθειας, παρότι υποψιάζεται ότι το φως της θα τυφλώσει τη χωματένια του όραση. Όταν ο Οιδίποδας θα τιναχτεί σαν βέλος, και θα μάθει το έσχατο τι και το έσχατο πώς της ύπαρξης του, χωρίς να διστάξει στιγμή θα αρπάξει τα χέρια του και θα βγάλει τα μάτια του. Οι έλληνες, τίμιοι και περήφανοι, δεν καταδέχτηκαν να ζήσουν στην άγνοια. Πολύ περισσότερο την άγνοια τους δεν την έκαμαν απατηλό σημείο σωτηρίας και ρεζίλεμα.
("Τα Ελληνικά")


Να υπάρχεις Ελληνικός δηλώνει τέσσερες τρόπους συμπεριφοράς. Ότι δέχεσαι την αλήθεια που έρχεται μέσα από τη φύση· όχι την αλήθεια που φτιάχνει το μυαλό των ανθρώπων. Ότι ζεις σύμφωνα με την ηθική της γνώσης· όχι με την ηθική της δεισιδαιμονίας και των προλήψεων. Ότι αποθεώνεις την εμορφιά· γιατί η εμορφιά είναι δυνατή σαν το νου σου και φθαρτή σαν τη σάρκα σου. Και κυρίως αυτό: ότι αγαπάς τον άνθρωπο. Πως αλλιώς! Ο άνθρωπος είναι το πιο τραγικό πλάσμα μέσα στο σύμπαν.
("Τα Ελληνικά")


Όλη η φάμπουλα της νέκυιας, η φήμη δηλαδή, η ιστορία, ο μύθος, η κωμωδία, η τραγωδία, είναι μια ποιητική κατασκευή, που πήγασε από την ανάγκη μας να δώσουμε μια αισθητική διέξοδο στον πόνο που νιώθουμε μπροστά στο αδυσώπητο φαινόμενο του θανάτου. Ο φόβος και ο πόνος μπροστά στο θάνατο είναι η αιτία που έπλασε ο άνθρωπος τον κάτω κόσμο και τον Άδη. Και πάντα μέσα στη σφαίρα της ποίησης. Στη σφαίρα της θρησκείας όμως η αιτία αυτής της επινόησης, πέρα από τα φόβο και τον πόνο, εκπορεύτηκε κυρίαρχα από το χυδαίο στοιχείο της ανθρώπινης φύσης. Και τέτοιο ονομάζω την ημιμάθεια, τον εγωισμό, και την ανανδρία. Όλα τούτα περιεντυμένα με μια πανούργα υποκρισία, που έδωκε το στίγμα και το χρίσμα της ψευτιάς μέσα στο παγκόσμιο καθεστώς και στις ανθρώπινες κοινωνίες. Όμως το γεγονός του θανάτου είναι για τον καθένα από μας το ατομικό όριο του απόλυτου. Είναι ο βαθμός μείον 273 όχι στην κλίμακα της θερμότητας, αλλά στην κλίμακα του ανθρωπολογικού Μηδέν. Από τη στιγμή που θα πεθάνω περιέρχομαι αστραπιαία στην ίδια κατάσταση, που βρίσκεται εκείνος που δεν εγεννήθηκε ποτές... Αφού δεν υπάρχει ο κάτω κόσμος, κι αφού κανείς δεν επάτησε τον Άδη, ποιο μεράκι έσπρωξε τους ποιητές να πλάσουνε τις νέκυιες; Θα σου το ειπώ. Το ταξίδι που κάμανε οι πέντε μεγιστάνες της ποίησης, το κάμανε ζωντανοί. Και στον απάνω κόσμο. Αυτός ήταν ο τρόπος να μελετήσουν τον ιδικό τους θάνατο σε όλη τη διάρκεια της ζωής τους. Νέκυια σημαίνει να ζήσεις ζωντανός σε όλη τη ζωή σου τη γνώση και τη λύπη του θανάτου σου εδώ στον απάνω κόσμο. Νέκυια σημαίνει να στοχαστείς και να ζήσεις τη ζωή σου όχι μισή αλλά ολόκληρη. Με την απλή, δηλαδή, και τη βέβαιη γνώση ότι ενώ υπάρχεις ταυτόχρονα δεν υπάρχεις. Ότι ενώ ζεις αυτό που είσαι, δηλαδή το ζωντανός του σήμερα, ταυτόχρονα ζεις κι αυτό που δεν είσαι, δηλαδή το νεκρός του αύριο. Η ζωή σου στην ουσία της είναι η δυνατότητα και η δικαιοδοσία της φαντασίας σου. Όχι άλλο. Νέκυια σημαίνει ότι τα «ἐνεργείᾳ» σου, δηλαδή αυτό που είσαι τώρα που ζεις, τρέφεται και αυξαίνεται από το «δυνάμει» σου, δηλαδή από αυτό που θα γίνεις, όταν δε θα ζεις. Στην αντίθετη περίπτωση αφαιρείς από το προσωρινό του ζωντανού το μόνιμο του πεθαμένου. Ποιος είσαι στο κατακάρδι και στη βάση σου όμως, εάν διαλέξεις το ελάχιστο που έχεις απορρίξει από μέσα του το πλείστο; Νέκυια σημαίνει ότι κερνάς στο ποτήρι σου το γλεύκος της ύπαρξης και το γλεύκος της ανυπαρξίας σου, και πίνεις ύστερα στη σωστή αναλογία το κρασί της ζωής. Ήσυχα, και χωρίς αυταπάτες.
("Γκέμμα")


Ξέρεις πόση απόσταση υπάρχει ανάμεσα σ’ εκείνον που τιμά τη φυσική γνώση πως όταν πεθάνει θα χαθεί, όπως χάνεται το φύλλο του δέντρου, που λέει ο Όμηρος, και ανάμεσα σ’ εκείνον που τον έμαθαν να πιστεύει πως όταν πεθάνει, θα μεταναστέψει σε κάποια υπερουράνια Αμερική; Υπάρχει τόση απόσταση, όση απόσταση υπάρχει ανάμεσα στο χαλίκι και στο διαμάντι των Ρομανόφ. Υπάρχει τόση διαφορά ουσίας και ποιότητας, όση διαφορά υπάρχει ανάμεσα σ ̓ έναν κανίβαλο μάγο της φυλής των Παπούας και στο Ντίρακ που ανακάλυψε την αντιύλη. Στο πρόβλημα του θανάτου, που για τον άνθρωπο είναι το πρόβλημα των προβλημάτων, και για τη φιλοσοφία ο μόνος δρόμος που οδηγεί στη γνήσια έρευνα και στην αληθινή γνώση για τη φύση και τη μοίρα του ανθρώπου**, όπως ισχυρίζεται ο Πλάτων, οι Έλληνες δεν καταδέχτηκαν να κοροϊδέψουν τον εαυτό τους. Αρνηθήκανε να αυτοεξευτελιστούν. Και αφού δεν τον κορόιδεψαν εδώ, στον κίνδυνο και στον αγώνα τον έσχατο, είναι αυτονόητο πως δεν τον κορόιδευαν και σε τίποτα άλλο. Κυνήγησαν τον πάνθηρα δηλαδή, και θα κιότευαν μπροστά στους ψύλλους;
("Τα Ελληνικά")


Να σέβεσαι ένα δέντρο περισσότερο από ένα βιβλίο. Ακόμη και όταν το τελευταίο είναι οι Ωδές του Κάλβου. Κι αν δεις ένα μικρό μυρμήγκι να τραβάει στη δουλειά του, είναι χρήσιμο να συλλογιστείς ότι το έργο που κάνει δεν είναι μικρότερο από μια σπουδαία αγόρευση του μεγάλου Βενιζέλου στη Βουλή.
("Homo Educandus")

Κάθε φορά που ερωτεύουνται δύο άνθρωποι, γεννιέται το σύμπαν. Ή, για να μικρύνω το βεληνεκές, κάθε φορά που ερωτεύουνται δύο άνθρωποι γεννιέται ένας αστέρας με όλους τους πρωτοπλανήτες του. Και κάθε φορά που πεθαίνει ένας άνθρωπος, πεθαίνει το σύμπαν. Ή, για να μικρύνω το βεληνεκές, κάθε φορά που πεθαίνει ένας άνθρωπος στη γη, στον ουρανό εκρήγνυται ένας αστέρας supernova. Έτσι, από την άποψη της ουσίας ο έρωτας και ο θάνατος δεν είναι απλώς στοιχεία υποβάθρου. Δεν είναι δύο απλές καταθέσεις της ενόργανης ζωής. Πιο πλατιά, και πιο μακρυά, και πιο βαθιά, ο έρωτας και ο θάνατος είναι δύο πανεπίσκοποι νόμοι ανάμεσα στους οποίους ξεδιπλώνεται η διαλεκτική του σύμπαντος. Το δραστικό προτσές δηλαδή ολόκληρης της ανόργανης και της ενόργανης ύλης. Είναι το Α και το Ω του σύμπαντος κόσμου και του σύμπαντος θεού. Είναι το είναι και το μηδέν του όντος. Τα δύο μισά και αδελφά συστατικά του. Έξω από τον έρωτα και το θάνατο πρωταρχικό δεν υπάρχει τίποτα άλλο. Αλλά ούτε είναι και νοητό να υπάρχει. Τα ενενήντα δύο στοιχεία της ύλης εγίνανε, για να υπηρετήσουν τον έρωτα και το θάνατο. Και οι τέσσερες θεμελιώδεις δυνάμεις της φύσης, ηλεκτρομαγνητική ασθενής ισχυρή βαρυτική, λειτουργούν για να υπηρετήσουν τον έρωτα και το θάνατο. Όλα τα όντα, τα φαινόμενα, και οι δράσεις του κόσμου είναι εκφράσεις, σαρκώσεις, μερικότητες, συντελεσμοί, εντελέχειες του έρωτα και του θανάτου. Γι' αυτό ο έρωτας και ο θάνατος είναι αδελφοί και ομοιότητες, είναι συμπληρώματα, και οι δύο όψεις του ίδιου προσώπου. Είναι ο έμορφος Ενδυμίων, ας πούμε. Που άλλοτε ξύπνιος ακκουμπάει το κεφάλι του τρυφερά στα στήθη της Σελήνης και την κοιτάει στα μάτια. Και άλλοτε κοιμάται τον ύπνο του νεκρού κάτω από το απέραντα αμίλητο βλέμμα της. Με τρεις μόνο καταδηλώσεις, αλλά επιφανείς και ελληνικές, θα θυμίσω ότι ο έρωτας και ο θάνατος είναι το ίδιο πράγμα.
Πρώτο το φραγμένο 15 του Ηράκλειτου. "Ἄδης καί Διόνυσος ἓν καί ωυτό."
Δεύτερος ο στίχος του Σολωμού. "Μόλις ειν’ έτσι δυνατός ο έρωτας κι ο χάρος."
Τρίτος ο λαμπερός δημοτικός μας δεκαπεντασύλλαβος. "Τι έρωτας, τι θάνατος, δεν έχεις να διαλέξεις".»
("Γκέμμα")


Η καθοριστική επίδραση του θανάτου στη δομή της ανθρώπινης πράξης φανερώνει τη σπουδαιότητα, που έχει το πρόβλημα σε σχέση με τη ζωή. Τη γνησιότητα ή μη της ζωής προσδιορίζει η παράλληλη συνοδεία της μνήμης ή της λήθης του θανάτου. Αγρυπνία θανάτου σημαίνει κατάσταση εξόδου από τον ύπνο της ζωής. Ό,τι φαίνεται σαν υπόθεση των πεθαμένων αποτελεί το ανεπιτέλεστο χρέος των ζωντανών. Η μέριμνα θανάτου καταργεί την ακηδία της ζωής, στο βαθμό που η αμεριμνησία θανάτου οικονομεί και κατασκευάζει την κηδεία της. Ο ολοφυρμός των ζωντανών μπροστά σ’ ένα νεκρό εκφράζει την οδυνηρή τους γνώση για την απουσία της ζωής από το πτώμα, στο βαθμό που εκφράζει την οδυνηρή του άγνοια για την παρουσία θανάτου στον ίδιο τον εαυτό τους. Η αναγνώριση ή η αγνόηση του θανάτου καταντά να συμπίπτει αντίστοιχα με την αναγνώριση ή την αγνόηση της ζωής. Το παράλογο συμπέρασμα, ότι ο θάνατος είναι της ζωής η ζωή, φαίνεται αναπότρεπτο.
("Έξυπνον ενύπνιον")


Οι θρησκείες είναι η ομαδική παράκρουση των λαών να πιστεύουν και να καταθέτουν στο θεμέλιο της ζωής τους υλικά πνεύματος που δεν έχουν καμία σχέση με τη φύση και την αλήθεια. Όχι πως αποκλείεται η ιδέα του υπέρτατου όντος, που σχεδίασε, εκίνησε, και οικονομεί το σύμπαν και την πορεία του. Αυτός που θα 'λεγε κάτι τέτοιο είναι τόσο απλοϊκός όσο και ο αντίπαλός του. Ακόμη και η τυχαιότητα αν είναι ο δημιουργός του σύμπαντος, δεν παύει να 'χει όλα τα διάσημα και τις περγαμηνές ενός συμπαντικού θεού. Εκείνο όμως που αποκλείεται είναι το δεδομένο πως αυτό το υπέρτατο όν έχει κάποια σχέση με τις θρησκείες. Αντίθετα, οι θρησκείες είναι οι τρόποι συμπεριφοράς του ανθρώπου, που παραποιούν το υπέρτατο ον, το στρεβλώνουν, το εκφυλίζουν, το αρνούνται. Κυρίως όμως το καπηλεύουνται, και το ρευστοποιούν σε δεκάρες. Βασικά οι θρησκείες είναι εμπορεία φοινικικά στις Λαύρες και στις Στοές του σώματος των ανθρώπων, όταν το υγιές μυαλό γίνεται άρρωστη ψυχή. Βούδας, Γιαχβέ, Μωάμεθ, Λούθηρος, Λάο- τσε, πάπας έχουν τόση σχέση με την ευκλείδεια γεωμετρία ή με τη θεωρία της Μεγάλης Σύνθλιψης, όση σχέση έχει ο ήλιος του Αούστερλιτς με την Καλλιστώ του Δία. Είτε τη βλέπουμε σαν ερωμένη θεού, είτε τη βλέπουμε σα δορυφόρο πλανήτη. Ο τέταρτος κίνδυνος είναι και ο πρώτος. Γιατί είναι ασύγκριτα πιο απειλητικός από τους άλλους τρεις (δημογραφικός, οικολογικός, πυρηνικός). Και αυτό με την έννοια ότι οι θρησκείες έχουν καταθέσει τη θεμέλια πέτρα, που πάνω της χτίζεται η ζωή του ανθρώπου σαν δύναμη μαζική και από κάποιο σημείο και πέρα ανεξέλεγκτη. Ο κίνδυνος της θρησκείας, δηλαδή, είναι το εκτροφείο και των τριών άλλων κινδύνων. Του δημογραφικού, του οικολογικού και του πυρηνικού. Γιατί η θρησκεία με την κυρίαρχη δράση της στην ιστορία έκαμε, ώστε σήμερα σάπισε η αντίληψη και η γνώμη του ανθρώπου για τη ζωή. Αν καταλάβουμε σε τι βαθιά επίπεδα δουλεύει, θα μας κυριέψει ο πανικός τρόμος. Είναι τυχαίο νομίζεις πως το πρώτο πράγμα που βλέπει το νήπιο με τρόμο είναι ο ιερέας, όταν πάνω από το κεφαλάκι του αγωνίζεται να το πνίξει στην κολυμπήθρα της βάφτισης; Ή είναι τυχαίο πως το τελευταίο πράμα που κατευοδώνει τον άνθρωπο στη λησμονιά, μάταιο κουφάρι πια και τεντωμένο, είναι η φτυαριά το χώμα που φτυαρίζει απάνω του ο ιερέας; Όχι, δεν είναι καθόλου τυχαίο. Λαβαίνουμε, λοιπόν, πραγματική την υπόθεση ότι η θρησκευτική πέτρα που πάνω της χτίζεται το Α και το Ω της ζωής των ανθρώπων σαν μάζας δεν είναι στερεή. Ότι δεν είναι καν πέτρα. Τότε στο οικοδόμημα του πολιτισμού βλέπω εκείνο το ξενοδοχείο στο Λουτράκι, το χωρίς οπλισμό και στατική πληρότητα, που ο σεισμός που φέρανε οι Αλκυονίδες Πέτρες στα 1981 το κατάχωσε στη γης. Apollo Hotel το λέγανε θαρρώ.
("Τα Ελληνικά")


Λέμε, για παράδειγμα, Κάννες ίσον ο ανόητος ύπατος Τερέντιος Ουάρρων. Στάλινγκραντ ίσον ο τραγικός στρατάρχης φον Πάουλους και ο Γκαίρινγκ που τον πήρε στο λαιμό του. Για προσπάθησε όμως να ιδείς έναν-έναν τους πενήντα χιλιάδες ρωμαίους λεγεωνάριους και ιππείς που έπεσαν στις Κάννες, ή τους ενενήντα χιλιάδες στρατιώτες που πάγωσαν στο Στάλινγκραντ; Και που ο καθένας τους σαν ύπαρξη βαραίνει όσο ο Ουάρρων και ο φον Πάουλους! Και κατά προέκταση, για προσπάθησε να αντικρύσεις όλους τους ανθρώπους της γης που έχουν πεθάνει από την εποχή των τελευταίων παγετώνων μέχρι σήμερα; Και βέβαια που θα παγώσει το αίμα σου, σαν του Δάντη. Όταν, λοιπόν, κάτω από την πίεση της μέριμνας ζούμε σε αυτή την οντολογική λήθη, είμαστε στην ουσία πεθαμένοι και ανύπαρκτοι. Όπως ουσιαστικά είμαστε ανύπαρκτοι ο κάθε έλληνας για τους κατοίκους της Γουατεμάλας. Και για να το ειπώ αντίστροφα. Σε ρωτώ, αναγνώστη μου, ποιόνε ξεύρεις από τα είκοσι εκατομμύρια της Πόλης του Μεξικού; Ποιόνε ξεύρεις από τη χώρα του Πακιστάν με τα εκατόν δέκα εκατομμύριά της; Κ α ν έ ν α ν. Έξω από τις πέντε δέκα εκατοντάδες ανθρώπους που γνωρίζουμε και μας γνωρίζουν, ο καθένας από μας για τους άλλους κι ο καθένας από τους άλλους για μας είναι ο κανένας. Και ταχιά θα λείψουν κι αυτές οι πέντε δέκα εκατοντάδες. Λίγο ακόμη και θα τα ξεχάσεις όλα. Λίγο ακόμη και θα σε ξεχάσουν όλα, που έλεγε ο Μάρκος Αυρήλιος.
Ο Μαρτίνος Χάιντεγγερ, ο δάσκαλος του Σάρτρ, ο πιο γνήσιος από τους πέντε φιλοσόφους της Φιλοσοφίας της Υπαρξης, είναι ο κατεξοχήν φιλόσοφος που είδε τους ανθρώπους στη σχέση τους με τη μέριμνα. Και με βάση τη σχέση του κάθε ανθρώπου με τη μέριμνα, τους διαιρεί σε δύο κατηγορίες. Η μια κατηγορία είναι οι Πλείστοι. Είναι αυτοί που τους έχει απορροφήσει η μέριμνα. Την κατηγορία αυτή ο Χάιντεγγερ την ονομάζει «Ο δημώδης υποστασιακός τύπος», ή το Man. Η λέξη man στη γερμανική γλώσσα είναι αόριστη αντωνυμία και σημαίνει τις, κάποιος. Η δεύτερη κατηγορία είναι οι Ελάχιστοι. Ποσοστό ένας στους μύριους ή ένας στις εκατό μυριάδες. Είναι εκείνοι που ο καημός και το μεράκι τους για τον άνθρωπο και τη μοίρα του τους απορροφά σε τέτοιο βαθμό, ώστε αντιστρέφοντας το σχήμα ζουν έξω από τη μέριμνα και την οντολογική λήθη. Ζουν, δηλαδή, μέσα στην αλήθεια της ύπαρξης. Ετούτοι, οι δεύτεροι, ζουν και τους δέρνει μια τρέλα ιερή. Βασανίζουνται, υποφέρνουν, αγωνιούν. Βοούν μόνοι τους στην ερημία, στα άγρια μεσάνυχτα, στις απόγκρεμνες σπηλιές του «τι είναι;» και στις κώχες του «τι πρέπει;» Είναι η φυσική σχιζοφρένεια της μεγαλοφυίας. Οι περισσότεροι μένουν έξω από την ευδοκίμηση και την πρόοδο, όπως την εννοεί ο πολύς κόσμος. Άλλοι τρελαίνουνται, άλλοι αυτοκτονούν, άλλοι κόβουν το αυτί τους σαν το Βαν Γκογκ, που πέθανε στα τριάντα εφτά του από «πυρετό ύπαρξης». Αυτή τη δεύτερη κατηγορία ο Χάιντεγγερ την ονομάζει «Η με αυθεντικό τρόπο εννοούμενη ύπαρξη», ή η Existenz. Η πρώτη κατηγορία, το man που σημαίνει κάποιος, σημαίνει και κανείς. Λέμε λ.χ. την πρόταση: ημπορεί να ειπεί κάποιος ότι η ζωή είναι έμορφη. Αλλά την ίδια πρόταση τη λέμε κι έτσι: ημπορεί να ειπεί κανείς ότι η ζωή είναι έμορφη. Επομένως το man, το κάποιος του Χάιντεγγερ, είναι και το κ α ν έ ν α ς. Αυτή είναι η έννοια ότι ζούμε στην οντολογική λήθη, ότι ζούμε αλλά δεν υπάρχουμε. Ότι είμαστε ο κ α ν έ ν α ς. Φιλοσοφικά, τη θεώρηση της ζωής μας από τη σκοπιά του ένας ή του κανένας, του τις ή του οὖτις, μας την έδωκε με τρόπο ακραία αδρό και λακωνίζοντα ο Πίνδαρος στον όγδοο Πυθιόνικο. Εκεί, αυτός ο πρίγκιπας ανάμεσα στους εννέα επιφανείς έλληνες λυρικούς, σε μια στιγμή του υψηλή λέει, ἐπάμεροι: τί δέ τις; τί δ' οὔ τις; σκιᾶς ὄναρ ἄνθρωπος. Δηλαδή: είμαστε της στιγμής· τι είναι, τι δεν είναι κανείς; ο άνθρωπος είναι ίσκιος ονείρου.
("Γκέμμα"
)


Κάθε φορά που θα πετύχουμε το στόχο που έχουμε, αμέσως έχει εμφανισθεί στον ορίζοντα καινούργιος. Η ζωή μας είναι μια παραπομπή σε συνεχώς εμφανιζόμενους στόχους, κατά το ακόλουθο σχήμα. Πρώτο επίπεδο. Να τελειώσω το Λύκειο• να πετύχω στις πανελλήνιες• να λάβω το πτυχίο• να βρω δουλειά• να παντρευτώ• να γεννήσω ένα ή δύο παιδιά• να χτίσω σπίτι• ν’ αγοράσω αυτοκίνητο• να κάνω διακοπές στη Σιθωνία. Δεύτερο επίπεδο. Να χτίσω και εξοχικό• να βελτιώσω τους τροχούς μου από τη Φάου-Βε στη Μπι-Εμ-Τάμπλιγιου• να κάνω διακοπές στην Καζαμπλάνκα• να γραφτώ και στους μασόνους. Τρίτο επίπεδο. Ν' αποχτήσω κοινωνική επιφάνεια• να δημοσιογραφήσω στον κίτρινο τύπο• να ιδούν ο κόσμος τη μουσούδα μου και στο τελεβίζιο, να θαγμάξουν• να διασκεδάσω στο καμπαρέ του Παρισιού «Λατινικός Παράδεισος». Τέταρτο επίπεδο. Εδώ οι γεύσεις είναι ντελικάτες, οι επιδόσεις ανώτερες, και η τεχνολογία προηγμένη. Να διχτυωθώ σε διασυνδέσεις διεθνείς• να γίνω μέλος της Ακαδημίας των αθάνατων κρανίων, της ζωντανής κοκαλίστρας αλλιώς• νά ‘χω οδηγό στη λιμουζίνα μου• νά ‘χω και τη φρουρά μου από γορίλλες και χωροφυλάκους• να δοκιμάσω και τη λεγόμενη «δημιουργική μοιχεία», μέσω ειδικών πολυτελών γραφείων. Τον περίφημο Schöpferischen Ehebruch, που λένε οι γερμανοί. Μ' ένα λόγο, οι συνεχώς εμφανιζόμενοι νέοι στόχοι κάνουν τη ζωή μας κάπως όμοια με την Ανάβαση των Μυρίων από τις Σάρδεις στα Κούναξα, και από τα Κούναξα στο «θάλαττα θάλαττα» του Ξενοφώντα. Κάθε στόχος στην πορεία μας είναι κι ένας σταθμός. Και η απόσταση ανάμεσα στους σταθμούς μετριέται με παρασάγγες. Τριάντα στάδια ο καθένας. Ήγουν χιλιόμετρα πέντε κόμμα τέσσερα. Έρχεται, λοιπόν, μια ωραία πρωία στις δυσμές του βίου μας, κι έχουμε θέσει ακόμη ένα σκοπό. Όμως ο σκοπός αυτός βρίσκεται στην αντίπερα όχθη. Γκρεμιζόμαστε απότομα μέσα στον άπατο χάνδακα του θανάτου μας, κι έχουμε καρφωμένα τα μάτια μας αντίκρα. Τι τύφλωση! Πεθαίνουμε, δηλαδή, χωρίς να καταλάβουμε ότι πεθάναμε. Όπως ακριβώς εζήσαμε, χωρίς να υπάρξουμε. (Ζει το ζώο, υπάρχει ο άνθρωπος). Μ' ερωτάς πώς έζησα χωρίς να υπάρξω; Μα είναι απλό. Γιατί στην προσπάθεια και στον αγώνα μου να πετύχω όλους τους στόχους που συνεχώς έθετα, ήμουν τόσο απορροφημένος από τη φροντίδα τους, ώστε δεν είχα μάτια για τίποτα βαθύτερο. Και αυτό είναι το νόημα των λόγων που είπε ο Κρόνος στη Μέριμνα: «Κι εσύ, Μέριμνα, θα τον κατέχεις και θα τον δυναστεύεις όσο ζει». Αλλά εδώ ακριβώς είναι το στίγμα και η στιγμή, που εμφανίζεται το σύμπτωμα του υποστασιακού μας καρκίνου. Κοιτάζει ο στοχαστής γιατρός την ακτινογραφία του πνευματικού μας θώρακα, και με μια μελαγχολική ηρεμία ψιθυρίζει σιγά: - Μωρέ μπράβο σου! Που το ‘κονόμησες ετούτο το παράσημο; Κι είσαι μόλις δεκαοχτώ χρονώ! Η παραβολή σημαίνει: Απορροφημένοι από τους στόχους και τη μέριμνα να τους πετύχουμε, λησμονούμε πως η ζωή μας είναι και κάτι άλλο. Κάτι περισσότερο από μια κίνηση μπίλιας σε λεία επιφάνεια. Και μη νομίζεις ότι, αν πας στην Επίδαυρο να ιδείς Αισχύλο, ή αν ακούς τα βράδια μουσική δωματίου, κυλάς έξω από αυτή τη λεία επιφάνεια.
Η μέριμνα δε μας αφήνει να σκεφθούμε πάνω σε κάποια ερωτήματα ουσίας και βάσης: Ποιοι είμαστε, από πού ερχόμαστε, για πού τραβάμε; Γιατί πεθαίνουμε; Τι θα γίνουμε όταν πεθάνουμε; Ποιος όρισε τέτοια τη φύση και τη μοίρα της ζωή μας; Και τι λογής είναι αυτός που την όρισε τέτοια; Γιατί υπάρχει το φυσικό κακό και το ηθικό κακό; Το malum physicum και το malum morale, που λένε; Πώς ημπορούμε να βοηθήσουμε αποτελεσματικά τον άνθρωπο με βάση τη γνώση, και όχι με βάση την ψευτιά και το δόλο των παπάδων; Μήπως η ζωή μας γίνεται να γίνει αλλιώτικη; Και τι πρέπει να κάνουμε για να πετύχουμε αυτό το έργο της ανάγκης; Αυτά τα βαθύτερα προβλήματα τα βλέπουμε όλοι και τα βρίσκουμε απλά. Όπως βλέπουμε συνηθισμένη την κορυφή του Έβερεστ με μάτι τόσο αυτονόητο. Για δοκίμασε όμως, παλικαρά μου, να την ανεβείς! Και αυτό είναι το κακό. Η δυσκολία τους μας σπρώχνει να τα προσπερνάμε. Ή να τα λύνουμε με μια μονοκοντυλιά. Εννοώ ότι υιοθετούμε αμέσως και αβασάνιστα τις ακαταμέτρητα γελοίες παραστάσεις που φυτεύουν μέσα μας οι θρησκείες. Και ο δόλος τους βέβαια. Συμπέρασμα. Η αδιάκοπη μέριμνα να πραγματώσουμε τους στόχους που θέτουμε, σκεπάζει τη ζωή μας έτσι, ώστε όλα τα βαθύτερά της να βυθίζουνται στο σκότος. Μπαίνουμε σ' ένα είδος οντολογικής ομίχλης, που κρύβει το τοπίο της ύπαρξης μας. Και να ζεις μες στη λήθη σημαίνει ότι δε ζεις στην αλήθεια. Τι είναι η αλήθεια; Είναι εκείνο που βλέπεις και ζεις, όταν αναδυθείς από τη λήθη. Το α- είναι στερητικό. Η αλήθεια είναι το έξω από τη λήθη, που μέσα της μας βυθίζει συνέχεια η μέριμνα να πραγματώσουμε τους στόχους μας. Ζώντας μέσα στην οντολογική λήθη ζούμε σαν πεθαμένοι. Τούτη τη ζοφερή πραγματικότητα οι ποιητές την ιστόρησαν ανάγλυφα και ζαλιστικά. Θυμηθείτε τον Έλιοτ της Έρημης Χώρας. Κάθεται σ' ένα γιοφύρι του Τάμεση, παρατηρεί όλους αυτούς που τρέχουν στη δουλειά τους με τη φροντίδα της, και βλέπει νεκρούς να περπατάνε. Για την Αθήνα μας, λ.χ., με το ανάλογο μάτι θά ‘βλεπες στην οδό Πανεπιστημίου μέρα νύχτα στρατιές από κυλιόμενα φέρετρα.
("Γκέμμα")


Είναι μεγάλη ιστορία να πιαστώ να σε πείσω, ότι οι νεοέλληνες από τους αρχαίους έχουμε μόνο το τομάρι που κρέμεται στο τσιγκέλι του σφαγέα. Θέλει κότσια το πράμα. Θέλει καιρό και κόπο. Θέλει σκύψιμο μέσα μας, και σκάψιμο βαθύ. Και κυρίως αυτό: θέλει το μεγάλο πόνο. Θα σε καλέσω όμως σ’ έναν απλό περίπατο. Θα κάνουμε ένα πείραμα, που λένε οι φυσικοί. Για νά ‘χουμε αποτέλεσμα έμπεδο. Και η γνώση που θα κερδίσουμε νά ‘ναι σίγουρη. Θα επιχειρήσουμε μια στατιστική έρευνα. Θα διατρέξουμε τη χώρα απ’ άκρη σ’ άκρη. Από το χωριό Πυρσόγιαννη της Ηπείρου ως την επαρχία Βιάνου της Κρήτης. Από τη Νίψα και τις Σάππες της Θράκης ως το Παραλίμνι της Κύπρου, κι ως την άκρη το Ταίναρο. Θα ρωτήσουμε νεοέλληνες απ’ όλες τις τάξεις και όλα τα επίπεδα. Γυναίκες και άντρες, γερόντους και παιδιά, αγράμματους και επιστήμονες, φτωχούς και πλούσιους, ακοινώνητους και αριστοκράτες, πουτάνες και καλόγριες, ξωχάρηδες και αστούς, φιλέρημους και χαροκόπους. Για νά ‘ναι το δείγμα μας ευρύ και πλήρες, που λένε οι γραφειοκράτες. Όλα ετούτα τα αθώα και ανυποψίαστα πλήθη θα τα ρωτήσουμε δυό τρεις ερωτήσεις από το Ελληνικό, κι άλλες τόσες από το Εβραίικο. Στο Ελληνικό λοιπόν. Να μας ειπούν τι γνωρίζουν για την αρχαία Ελλάδα. Ζητούμε μια γνώση σοβαρή και υποψιασμένη. Όχι φολκλόρ και γραφικότητες. Γιατί γνώση της Ελλάδας είναι εκείνο που ξέρουμε να το ζούμε κιόλας. Όχι δηλαδή ο Ηρακλής μωρό έπνιξε τα φίδια• ότι ο Αρχιμήδης εχάραζε κύκλους στην άμμο• ούτε τᾶν ἢ ἐπί τᾶς, μέτρον ἂριστον, ο Μινώταυρος στην Κρήτη και το πιθάρι του Διογένη• ούτε αν ξέρουν πως η ψωλή του Δία εγίνηκε κεραυνός και χτύπησε τους σχιστούς λειμώνες της Ολυμπιάδας, για να γεννήσει στο Φίλιππο τον Αλέξανδρο. Τέτοια γνώση της κλασικής Ελλάδας θά ‘τανε τουρισμός στην Τυνησία. Η φουστανέλα και το κόκκινο φέσι στη Μελβούρνη και στην Πέμπτη Λεωφόρο κατά τις εθνικές γιορτές. Θα ζητήσουμε γνώση ουσίας. Να μας ειπούνε, δηλαδή, αν έχουνε ακουστά τα ονόματα Εμπεδοκλής, Αναξίμανδρος, Αριστόξενος ο Ταραντίνος, Διογένης Λαέρτιος, Αγελάδας, Λεύκιππος, Πυθαγόρας ο Ρηγίνος, Πυθέας, που στον καιρό μας αντίστοιχα σημαίνουν Αϊνστάιν, Δαρβίνος, Μπετόβεν, Έγελος, Μιχαήλ Άγγελος, Μαξ Πλανκ, Ροντέν, Κολόμβος. Να μας μιλήσουν για κάποιους όρους σειράς και βάσης, όπως «σφαίρος» στον Εμπεδοκλή, «κενό» στο Δημόκριτο, «εκπύρωση» στον Ηράκλειτο, «μηδέν» στον Παρμενίδη, «κατηγορία» στον Αριστοτέλη, «τόνος» στους Στωικούς. Να μας ειπούν οι κάθε λογής έλληνες επιστήμονες τι τους λέει η λέξη «ψυχρᾷ φλογί» στον Πίνδαρο, «μεταβάλλον ἀναπαύεται» στον Ηράκλειτο, «δακρυόεν γελάσασα» στον Όμηρο, «χαλεπῶς μετεχείρισαν» στο Θουκυδίδη. Να μας ειπούνε, πόσοι φιλόλογοι, έξω από τα σχολικά κολυβογράμματα, έχουν διαβάσει στο πρωτότυπο τρεις διαλόγους του Πλάτωνα, δύο Νεμεόνικους του Πινδάρου, την Ωδή στην αρετή του Αριστοτέλη, έναν Ομηρικό Ύμνο. (Και αυτό δεν είναι ραψωδία). Και για να μας πιάσει τεταρταίος και καλπάζουσα, να μας ειπεί ποιος γνωρίζει και διδάσκει από τους ειδικούς προφεσσόρους στα πανεπιστήμια ότι οι τρεις τραγικοί ποιητές μας στη βάση τους είναι φυσικοί επιστήμονες• ότι στη διάλεξή του για την αρετή ο Πλάτων έκαμε στους ακροατές του ένα μάθημα γεωμετρίας• ότι η Ακρόπολη των Αθηνών είναι δωρικό, και όχι ιωνικό καλλιτέχνημα• ότι η διδασκαλία τραγωδίας στο θέατρο ήταν κήρυγμα από άμβωνος• ότι η θρησκεία των ελλήνων ήταν αισθητική προσέγγιση των φυσικών φαινομένων. Δε νομίζω, αναγνώστη μου, ότι σε όλα αυτά τα επίπεδα η έρευνά μας θα δώσει ποσοστά γνώσης και κατοχής σε βάθος του κλασικού κόσμου από τους νεοέλληνες που να υπερβαίνουν τους δύο στους χίλιους. Τι φωνάζουμε τότε, και φουσκώνουμε, και χτυπάμε το κούτελο στο μάρμαρο ότι είμαστε έλληνες; Για το θεό δηλαδή. Παράκρουση και παραφροσύνη.
Από το Ελληνικό ερχόμαστε στο Εβραίικο. Ερωτάμε το ίδιο στατιστικό δείγμα, το ευρύ και το πλήρες, αν έχουν ακουστά τα ονόματα Μωυσής, Αβραάμ, Ησαΐας, Ηλίας με το άρμα, Νώε, Βαφτιστής, Εύα η πρωτόπλαστη, Ιώβ, ο Δανιήλ στο λάκκο, η Σάρα που γέννησε με εξωσωματική. Και όχι μόνο τα ονόματα, αλλά και τις πράξεις ή τις αξίες που εκφράζουν αυτά τα ονόματα. Υπάρχει γριά στην επικράτεια που να μην τους ξεύρει τούτους τους εβραίους; Δεν υπάρχει ούτε γριά, ούτε ορνιθοκλόπος στις Σποράδες, ούτε κλεφτογιδάς στην Κρήτη. Εδώ τα ποσοστά αντιστρέφουνται. Στους χίλιους νεοέλληνες τα ναι γίνουνται εννιακόσια τόσα, και τα όχι δύο. Και δεν ξεύρουν μόνο τα ονόματα, αλλά είναι έτοιμοι να σου κάνουν αναλύσεις στην ουνιβερσιτά και στην ακαντέμια για τις ηθικές και άλλες αξίες που εκφράζει το κάθε όνομα. Το ίδιο συμβαίνει και για φράσεις όπως «Προς Κολασσαεῖς», «Προς Κορινθίους», «Ἐκ τοῦ κατά Λουκᾶν». Εδώ μάλιστα μεγάλος αριθμός νεοελλήνων ξέρει απόξω ολόκληρα χωρία και περικοπές. Το ίδιο συμβαίνει, αν τους ειπείς για τόπους όπως Ιορδάνης, Γαλιλαία, Γεσθημανή (sic), Όρος Σινά, Καπερναούμ, Τιβεριάς. Αν όμως τους ειπείς για Βάσσες ή Φιγαλία, για Αργινούσες ή Πλημμύριον, για Περίπατο ή Κήπο (περιπατητικοί, επικούρειοι), σου απαντούν, όπως ο Μακρυγιάννης. Όταν είδε το Σκούρτη και τους άλλους ναυάρχους στα όρη να οδηγούν σε μάχη τους στρατιώτες του Νικηταρά με ναυτικά παραγγέλματα: - Τι όρτζα, πότζα, και γαμώ το καυλί του μας λέει ο κερατάς;
("Γκέμμα")
 


Λαβαίνουμε σαν αρχή του μίτου την υπόθεση ότι ο αιώνας του σύμπαντος αισθητοποιεί την κίνησή του απάνω στη διαδοχική ταλάντωση που ενεργεί το φαινόμενο του αφανισμού και της ξαναδημιουργίας. Τότε αναγκαία θα δεχθούμε ότι το σημείο που σχεδόν συναγγίζεται η ανθρώπινη ύπαρξη με έναν από τους βαθύτερους νόμους της φύσης είναι το ενικό γεγονός του έρωτα και του θανάτου.
(Νυφομανής)

Ο ίμερος (ερωτική λαχτάρα) και ο θάνατος αποτελούν την ενική δυαρχία, που περικοσμεί την ανθρώπινη ζωή, κατά τον τρόπο που η φιλότητα και το νείκος των προσωκρατικών ζωοποιεί το νόημα του κόσμου.  
(Έξυπνον ενύπνιον)


Ο ΔΙΕΙΣΔΥΤΙΚΟΣ ΛΟΓΟΣ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΗ ΛΙΑΝΤΙΝΗ ΑΠΟΚΑΛΥΠΤΕΙ ΤΟΝ ΝΕΟΕΛΛΗΝΑ...

Τόξων εμών άτερ Τροία δεν πέφτει.
Εχάσαμε τότε στεριές μεγάλες και θάλασσες πλατιές που για τριάντα αιώνες ήσαν ατόφυα Ελλάδα. Σήμερα τις κοιτάμε από μακρυά, όπως εκοίταγε ο Θοδωράκης Κολοκοτρώνης από τη Ζάκυνθο το Μοριά, και έκλεγε. Και με το κυάλι αγνάντευε, και με το κυάλι βλέπει , βλέπει τη θάλασσα πλατιά και τη στεριά μεγάλη. Τον πήρε το παράπονο.
Τις κοιτάμε με βαριά την οδύνη ότι τις χάσαμε και με ελάχιστη την ελπίδα ότι θα τις ξαναπάρουμε. Κι αφήστε την κυρά – Δέσποινα να πολυδακρύζει.
Και ο Ατατούρκ, που έδιωξε το φερετζέ από τις τούρκισσες και έφερε το λατινικό αλφάβητο στα τουρκόπουλα, έκαμε και κάτι άλλο. Εδασκάλεψε τους δασκάλους και τους ξεναγούς να λένε στη Φραγκιά, που τουριστολογάει στη Μίλητο και στις Κλαζομενές, ότι δεν ήταν Όμηρος εκείνος ο τυφλός τραγουδιστής αλλά Ομέρ. Όπως λέμε Ομέρ Βρυώνης, πασάς του Ζητουνιού, που παττάλεψε τον Αθανάση Διάκο στο ποτάμι της Αλαμάνας.
Και τι να ειπείς για το χαμπέρι; Που έρχεται το πρωί και το δείλι πίνουμε το ουζάκι μας στο Κατακάλι και στην Πειραϊκή Ακτή. «Ω σύντροφε, πως πέσαμε στο λαγούμι του φόβου»; Όλα καλά και περίκαλα τά ‘χουμε με την πατρίδα. Με το έθνος, την ιστορία μας, και τούς «αρχαίους ημών πρόγονοι».
Μόνο που ξεχάσαμε ένα. Πως εμείς οι νέοι με τους αρχαίους έλληνες έχουμε τόσα κοινά, όσα ο χασαποσφαγέας με τις κορδέλες, και η μοδίστρα με τα κριάρια.
Κι από την άλλη φουσκώνουμε και κορδώνουμε, και τουρτουφίζουμε για «τσι γεναίοι πρόγονοι» σαν τι; Όπως εκείνος ο τράγος του Σικελιανού, που εσήκωνε το απανωχείλι του, εβέλαζε μαρκαλιστικά, και οσφραινότανε όλο το δείλι την αρμύρα στη θάλασσα της Κινέττας.
Αλλίμονο. Η δάφνη κατεμαράνθη. Έτσι δεν εψιθύριζε ο Σολωμός στο Διάλογο κλαίγοντας; Η δάφνη κετεμαράνθη.
Όταν είσαι μέσα στό μάτι του κυκλώνα, είναι δύσκολο νά ‘χεις εικόνα για τα γύρω σου. Και ζώντας μέσα στη χώρα δεν έχουμε εικόνα για τη σημερινή Ελλάδα. Αρχές του 1993 έγινε μια εκδήλωση στο Παρίσι από έλλληνες καλλιτέχνες για την ασβολερή Κύπρο. Εκείνο το θαλασσο-φίλητο νησί. Εκεί, ένας δημοσιογράφος ερώτησε τρεις τέσσερες έγκριτους έλληνες που ζουν μόνιμα στη Γαλλία μια ερώτηση καίρια. Για ειπέτε μου, τους είπε, εσείς που όντας μακρυά από την Ελλάδα βλέπετε με άλλο μάτι, το αληθινό του νοσταλγού και του πάσχοντα. Με το μάτι του Οδυσσέα. Τι γνώμη έχει το παγκόσμιο κοινό για τη σύγχρονη Ελλάδα; Τη βλέπει τάχατες και τη νομίζει όπως εμείς εκεί κάτου στο Κακοσάλεσι και στην Αθήνα; Η απόκριση που μου δώσανε και οι τέσσερες ξαναζωντάνεψε, τίμιε αναγνώστη, τις σπαθιές που δίνανε οι ντελήδες του Κιουταχή στη μάχη του Ανάλατου. Όταν πια είχε πέσει ο τρανός Καραϊσκάκης.
-Ποιά Ελλάδα, μακάριε άνθρωπε, του είπανε. Μιλάς για ίσκιους στη συνεφιά. Και για σύνεφα στην αιθρία. Για τον έξω κόσμο Ελλάδα δεν υπάρχει. Κανείς δε την ξέρει, κανείς δεν τη μελετάει, κανείς δεν τη συλλογάται. Δεν άκουσες το παλιό μοιρολόϊ; Κλάψε με, μάνα, κλάψε με, Και πεθαμένο γράψε με. Άκουσε λοιπόν, και μάθε το. Και κει που θα γυρίσεις, να το ειπείς και να το μολογήσεις. Η Ελλάδα είναι σβησμένη από τον κατάλογο των εθνών.
Αν στείλει κάποτε στους ξένους κανένα παράπονο η κανένα παρακαλετό, το συζητούν πέντε δέκα άνθρωποι της διπλωματίας σε κάποιο γραφείο, και παίρνουνε την απόφαση, όπως εμείς παραγγέλνουμε καφέ στο καφενείο και στα μπιλιάρδα.
Αυτή είναι η εικόνα που έχουν οι ξένοι για την Ελλάδα. Κι ο σουλτάνος το γομάρι δεν ξέρει τι του γίνεται. Έτσι δεν είπε ο πασάς της Σκόντρας, όταν ακούστηκε ότι οι ραγιάδες σηκωθήκανε στο Μοριά; Τώρα γυρίστηκε η τάξη. Σουλτάνος είναι ο έλληνας πολιτικός.
Λάβε την σύγχρονη Ελλάδα σαν ποσότητα και σαν ποιότητα, για να μιλήσουμε με «κατηγορίες». Κι έλα να μας περιγράψεις τι βλέπεις. Σαν ποσότητα πρώτα. Αν αντικρύσουμε τον πληθυσμό της γης σε κλίμακα μικρογραφική ένα προς πέντε εκατομμύρια, 1:5Χ106, θα βρούμε πως ο πληθυσμός του πλανήτη μας είναι ένα χωριό από χίλιους κατοίκους. Ανάμεσα σ’ αυτούς τους χίλιους οι έλληνες είμαστε δύο άνθρωποι, που τρεκλοπατάμε και αρκουδίζουμε μέσα στο πλήθος. Ζαλισμένοι και φουκαράδες ξετρέχουνε να συναντηθούν μεταξύ τους. Αν τα καταφέρουν να μη σκυλοφαγωθούν, ζητούν να συνεννοηθούν με τους άλλους. Σε μια γλώσσα που δε μιλιέται, λίγο πρικοιούλι, χρώμα τέτζερη αγάνωτου, ζουνάρι, βέλεσι, φούντα, κι αμάν αμάν. Σερβιτόροι και αγωγιάτες όλοι μας. Και κακοί σαράφηδες του μάρμαρου, του ήλιου, και της θάλασσας.
Σαν ποιότητα ύστερα. Είμαστε ένας λαός χωρίς ταυτότητα. Με μιά ιστορία που ο ίδιος τη νομίζει λαμπρή. Και απορεί, πως και δεν πέφτουν οι ξένοι ξεροί μπροστά στο μεγαλείο της. Οι ξένοι όμως, σαν συλλογιούνται την ελληνική ιστορία, την αρχαία εννοώ, γιατί τη νέα δεν την έχουν ακούσει, και βάλουν απέναντί της εμάς τους νεοέλληνες, φέρουν στο μυαλό τους άλλες παραστάσεις. Φέρνουν στο μυαλό τους κάποιους καμηλιέρηδες που περπατούν στο Καρνάκ και στη Γκίζα. Τι σχέση ημπορεί νά’ χουν συλλογιούνται ετούτοι οι φελάχοι του Μισιριού σήμερα με τους αρχαίους Φαραώ, και το βασιλικό ήθος των πυραμίδων τους.
Την ίδια σχέση βρίσκουν οι ξένοι στους σημερινούς έλληνες με τους αρχαίους. Οι θεωρίες των διαφόρων Φαλμεράυερ έχουν περάσει στους φράγκους. Εμείς θέλουμε να πιστεύουμε ότι τους αποσβολώσαμε με τους ιστορικούς, τους γλωσσολόγους, και τους λαογράφους μας. Λάθος. Κρύβουμε το κεφάλι με το λιανό μας δάκτυλο.
Και βέβαια. Πως μπορούσε να γίνει αλλιώς, αφού ο μεγάς γλωσσολόγος Γ. Χατζιδάκις έλεγε αυτά που μας έλεγε, – ορθά- κι από την άλλη έβριζε το Σολωμό μας αγράμματο, και τη γλώσσα του σκύβαλα και μαλλιαρά μαλλιά.
Σχέση με τους αρχαίους έλληνες έχουμε εμείς, λένε οι γάλλοι, οι εγγλέζοι και οι γερμανοί. Εμείς, που τους ανακαλύψαμε, τους αναστυλώσαμε, τους εξηγήσαμε.
Για τους ευρωπαίους οι νεοέλληνες είμαστε μια δράκα ανθρώπων απρόσωπη, ανάμεσα σε βαλκανιλίκι, τουρκολογιά και αράπηδες. Ειμαστε οι ορτοντόξ. Με το ρούσικο τυπικό στη γραφή, με τους κουμπέδες και τους τρούλους πάνω από τα σπίτια των χοριών μας, με ακτινογραφίες σωμάτων και σκουληκόμορφες φιγούρες αγίων στούς τοίχους των εκκλησιών.
Οι ευρωπαίοι βλέπουν τους πολιτικούς μας να ψηφίζουν στή Βουλή να μπει το «ορθόδοξος» στην ευρωπαϊκή μας ταυτότητα, κατά τη διαταγή των παπάδων, και κοιτάζουν ανακατωμένοι και ναυτιάζοντας κατά το θεοκρατικό Ιράν και τους Αγιατολάχους. Τέτοιοι οι βουλευτές μας, ακόμη και της Αριστεράς . «Αυτοί οι πολιτικοί, αυτοί οι βουλεπταί (sic) εκατάστρεψαν το έθνος». Έτσι γράφει ο Παπαδιαμάντης. Θέλεις νά `χεις πιστή εικόνα του νεοέλληνα; Λάβε το ράσο του γύπα και του κόρακα. Λάβε τις ασπιδωτές κοιλιές των ιερέων, το καλυμμαύκι Μακαρίου Β΄ της Κύπρου. Και τα γένεια τα καλογερικά, που κρύβουν το πρόσωπο, καθώς άκοσμοι αγκαθεροί φράκτες τους αγρούς. Και τις κουκουλωμένες καλόγριες, την άλλη έκδοση του φερετζέ της τούρκισσας, και έχεις το νεοέλληνα φωτογραφία στον τοίχο.
Απέναντι σε τούτη τη μελανή και γανιασμένη φοβέρα φέρε την εικόνα του αρχαίου έλληνα για να μετρήσεις τη διαφορά.
Φέρε τις μορφές των νέων σωμάτων, τις ευσταλείς και τις διακριτικές. Να ανεβαίνουν από την Ολυμπία και τους Δελφούς, καθώς λευκοί αργυρόηχοι κρότοι κυμβάλων. Τους ωραίους χιτώνες τους χειριδωτούς, και τα λευκά ιμάτια τα πτυχωτά και τα ποδήρη. Τα πέδιλα από δέρματα μαροκινά, αρμοσμένα στις δυνατές φρέρνες. Φέρε την εικόνα που μας αφήσανε οι γυναίκες της αρχαίας Ελλάδας. Οι κοντυλογραμμένες, με τις λεπτές ζώνες, τον κυανό κεφαλόδεσμο, και το ζαρκαδένιο τόνο του κορμιού. Οι ελληνίδες του Άργους και της Ιωνίας, οι λινές και οι φαινομηρίδες. Τρέχουνε στα όρη μαζί με την Αταλάνδη. Και κοιμούνται στα κοιμητήρια σαν την Κόρη του Ευθυδίκου.
Όλες και όλοι στηριγμένοι χαρούμενα σε κάποια μαρμάρινη στήλη, σ’ ένα λιτό κιονόκρανο, σε μια κρήνη λευκή της Αγοράς. Με περίγυρα τους ωραίους γεωμετρημένους ναούς, αναπαμένους στο φως και στην αιθρία. Άνθρωποι, και θεοί, και αγάλματα ένα..
Όλα ετούτα, για να συγκρίνεις την παλαιή και τη νέα Ελλάδα, να τα βάλεις και να τα παραβάλεις. Και στήσε το φράγκο από δίπλα, να τα κοιτάει και να τα αποτιμά. Με το δίκιο του θα `χει να σου ειπεί: άλλο πράμα η μέρα και το φως, και άλλο η νύχτα και οι μαύροι βρυκολάκοι. Δε γίνεται να βάλεις στο ίδιο βάζο υάκινθους και βάτα.
Και κάπου θα αποσώσουν επιτιμητικά την κρίση τους: -Ακούς αναίδεια; Να μας ζητούν κι από πάνω τα ελγίνεια μάρμαρα. Ποιοί μωρέ; Οι χριστιανοχομεϊνηδες; Αλλά είναι καιρός από τις ασκήσεις επί χάρτου να περάσουμε στα πεδία των επιχειρίσεων. Να κοιτάξουμε την πυρκαγιά που αποτεφρώνει το σπιτάκι μας.
Γιατί είμαστε σβημένοι από τον κατάλογο των εθνών; Γιατί η Μακεδονία γίνεται Σκόπια, η Κύπρος γίνεται τουρκιά, το Αιγαίο διεκδικιέται ως το mare nostrum των οθωμανών; Γιατί ο πρόεδρος της Τουρκίας είπε πρόσφατα στην Αθήνα, ότι είμαστε μια επαρχία του παλιού οθωμανικού κράτους, που αποσχίσθηκε και πρέπει να μας ξαναπροσαρτήσουν; Γιατί ο Μπερίσα της Αλβανίας έχει να λέει πως οι έλληνες κάνουν διπλωματία που έρχεται από το Μεσσαίωνα και τους παπάδες; Γιατί ο Αλέξανδρος βαφτίζεται Ισκεντέρ, και ο Όμηρος Ομέρ Βρυώνης; Γιατί οι διακόσιες χιλιάδες έλληνες της Πόλης γίνανε χίλοι, και οι τούρκοι της Δυτικής Θράκης θρασομανούν, και γίνουνται όγκος κακοήθης που `τοιμάζει μεταστάσεις; Γιατι δυό από τους πιό σημαντικούς μας ποιητές ο μέτριος Σεφέρης κι ο μεγάλος Καβάφης, καταγράφουνται στις διεθνείς ανθολογίες και τους ποιητικούς καταλόγους μισό έλληνες μισό τούρκοι; Γιατι όλα τα εθνικά μας δίκαια ευρωπαίοι και αλβανοί, βουλγαροι και εβραίοι, ορθόδοξοι και ρούσοι, τούρκοι και βουσμανοαμερικανοί τα βλέπουν σαν ανόητες και μίζερες προκλήσεις, σαν υλακές και κλεφτοεπαιτίες; Ποιά τύφλωση μας φέρνει να μη βλέπουμε ότι στα μάτια των ξένων εκαταντήσαμε πάλι οι παλαιοί εκοίνοι γρεκολιγούρηδες; Οι esurientes graeculi του Γιουβενάλη και του Κικέρωνα; Το πράγμα έχει και περιγραφή και ερμηνεία.
Μέσα στη χώρα, στην παιδεία δαλαδή και την παράδοσή μας, εμείς περνάμε τους εαυτούς μας λιοντάρια, εκεί πού οι έξω από τη χώρα μας μας βλέπουνε ποντίκια. Θαρούμε πως είμαστε τα παιδόγκονα του Αριστοτέλη και του Αλεξάνδρου. Οι ξένοι όμως σε μας βλέπουνε τις μούμιες πού βρέθηκαν σε κάποια ασήμαντα Μασταβά. Γιατί; Τα διότι είναι πολλά. Όλα όμως συρρέουν σε μια κοίτη. Σε μια απλή εξίσωση με δυό όρους και ένα ίσον. Είναι `τη: νεοέλληνες ίσον ελληνοεβραίοι.
Αν εφαρμόσουμε αυτή την εξίσωση στα πράγματα,θα μας δώσει δύο γινόμενα. Το πρώτο είναι ότι ζούμε σε εθνική πόλωση. Το δεύτερο, ακολουθία του πρώτου, ότι ζούμε χωρίς εθνική ταυτότητα. Οι νεοέλληνες είμαστε ένα γέννημα μπασταρδεμένο και νόθο. Ούτε ίπποι ούτε όνοι, ούτε όνισσες ούτε φοράδες. Είμαστε μούλοι. Δηλαδή μουλάρια.
Και τα μουλάρια δεν γεννούν. Ότι οι νεοέλληνες είμαστε ελληνοεβραίοι σημαίνει το εξής: ενώ λέμε και φωνάζουμε και κηρύχνουμε ότι είμαστε έλληνες, στην ουσία κινιόμαστε και υπάρχουμε και μιλάμε σαν να είμαστε εβραίοι. Αυτή είναι η αντίφαση. Είναι η σύγκρουση και η αντινομία που παράγει την πόλωση. Και η πόλωση στην πράξη γίνεται απώλεια της εθνικής ταυτότητας. Και το τελευταίο τούτο σημαίνει πολλά.
Στήν πιό απλή διατύπωση, σημαίνει να `σαι τουρκόγυφτας, και να ζητάς να σε βλέπουν οι άλλοι πρίγκηπα. Σημαίνει νά `σαι η μούμια των Μασταβά, και να ζητάς από τους ευρωπαίους να σε βλέπουν ιδιοκτήτη της Ακρόπολης. Σημαίνει να σε θωρείς λιοντάρι, και οι ξένοι να σε λογαργιάζουνε πόντικα. Πόσο εγώ `μαι ωραίος!
Τι λαμπρός πού `ν’ ο καιρός Έφαγα έναν πόντικα, Δόξα νά `χει ο θεός!
Ποτέ δεν εσταθήκαμε να μελετήσουμε τον Βάρναλη, πού γράφει τέτοια τετράστιχα για μας, κατάμονοι με το φως του λύχνου.
Απώλεια της εθνικής ταυτότητας είναι νά σε βλέπουν οι άλλοι αρκουδόρεμα, και να τους φωνάζεις πως ντε και καλά είσαι η Ολυμπία.
Και να τους ζητάς Ολυμπιακούς αγώνες στην Καλογρέζα. Χλευαστικό του καλογριά.
Είναι μεγάλη ιστορία να πιαστώ να σε πείσω, ότι οι νεοέλληνες από τους αρχαίους έχουμε μόνο το τομάρι που κρέμεται στο τσιγκέλι του σφαγέα.
Θέλει κότσια το πράγμα. Θέλει καιρό και κόπο. Θέλει σκύψιμο μέσα μας, και σκάψιμο βαθύ. Και κυρίως αυτό: θέλει το μεγάλο πόνο.
Θα σε καλέσω όμως σ’ έναν απλό περίπατο. Θα κάνουμε ένα πείραμα, που λένε οι φυσικοί. Για νά `χουμε αποτέλεσμα έμπεδο. Και η γνώση που θα κερδίσουμε νά `ναι σίγουρη. Θα επιχειρίσουμε μια στατιστική έρευνα. Θα διατρέξουμε τη χώρα απ’ άκρη σ’ άκρη. Από το χωριό Πυρσόγιαννη της Ηπείρου ως την επαρχία Βιάνου της Κρήτης. Από τη Νίψα και τις Σάππες της Θράκης ως το Παραλίμνι της Κύπρου, κι ως την άκρη το Ταίναρο.
Θα ρωτήσουμε νεοέλληνες απ’ όλες τις τάξεις και όλα τα επίπεδα. Γυναίκες και άντρες, γερόντους και παιδιά, αγράμματους και επιστήμονες, φτωχούς και πλούσιους, ακοινώνητους και αριστοκράτες, πουτάνες και καλόγριες, ξωχάρηδες και αστούς, φιλέρημους και χαροκόπους. Για νά `ναι το δείγμα μας ευρύ και πλήρες, που λένε οι γραφειοκράτες. Όλα τούτα τα αθώα και ανυποψίαστα πλήθη θα τα ρωτήσουμε δυό τρεις ερωτήσεις από το Ελληνικό, κι άλλες τόσες από το Εβραίικο.
Στο Ελληνικό λοιπόν. Να μας ειπούν τι γνωρίζουν για την Αρχαία Ελλάδα. Ζητούμε μια γνώση σοβαρή και υποψιασμένη. Όχι φολκλόρ και γραφικότητες.
Γιατί γνώση της Ελλάδας είναι εκείνο που ξέρουμε να το ζούμε κιόλας. Όχι δηλαδή ο Ηρακλής μωρό έπνιξε τα φίδια, ότι ο Αρχιμήδης εχάραζε κύκλους στην άμμο, ούτε ταν ή επί τας, μέτρον άριστον, ο Μινώταυρος στην Κρήτη και το πιθάρι του Διογένη, ούτε αν ξέρουν πως η ψωλή του Δία εγίνηκε κεραυνός και χτύπησε τους σχιστούς λειμώνες της Ολυμπιάδας, για να γεννήσει στο Φίλιππο τον Αλέξανδρο.
Τέτοια γνώση της κλασικής Ελλάδας θά `τανε τουρισμός στην Τυνησία. Η φουστανέλα και το κόκκινο φέσι στη Μελβούρνη και στην Πέμπτη Λεωφόρο κατά τις εθνικές γιορτές. Θα ζητήσουμε γνώση ουσίας. Να μας ειπούνε, δηλαδή, αν έχουνε ακουστά τα ονόματα Εμπεδοκλής, Αναξίμανδρος, Αριστόξενος ο Ταραντίνος, Διογένης Λαέρτιος, Αγελάδας, Λεύκιππος, Πυθαγόρας ο Ρηγίνος, Πυθέας, που στον καιρό μας αντίστοιχα σημαίνουν Αϊστάιν, Δαρβίνος, Μπετόβεν, Έγελος, Μιχαήλ Άγγελος, Μαξ Πλανκ, Ροντέν, Κολόμβος. Να μας μιλήσουν για κάποιους όρους σειράς και βάσης, όπως σφαίρος στον Εμπεδοκλή, κενό στο Δημόκριτο, εκπύρωση στον Ηράκλειτο, μηδέν στον Παρμενίδη, κατηγορία στον Αριστοτέλη, τόνος στους Στωικούς. Να μας ειπούν οι κάθε λογής έλληνες επιστήμονες τι τους λέει η λέξη ψυχρά φλογί στον Πίνδαρο, μεταβάλλον αναπαύεται στον Ηράκλειτο, δακρυόεν γελάσασα στον Όμηρο, χαλεπώς μετεχείρισαν στο Θουκυδίδη.
Να μας ειπούνε, πόσοι φιλόλογοι, έξω από τα σχολικά κολλυβογράμματα έχουν διαβάσει στο πρωτότυπο τρεις διαλόγους του Πλάτωνα, δύο Νεμεόνικους του Πινδάρου, την Ωδή στην αρετή του Αριστο-τέλη, έναν Ομηρικό Ύμνο. (Και αυτό δεν είναι ραψωδία). Και για να μας πιάσει τεταρταίος και καλπάζουσα, να μας ειπεί ποιός γνωρίζει και διδάσκει από τους ειδικούς προφεσσόρους στα πανεπιστήμια ότι οι τρεις τραγικοί ποιητές μας στη βάση τους είναι φυσικοί επιστήμονες, ότι στη διάλεξή του για την αρετή ο Πλάτων έκαμε στους ακροατές του ένα μάθημα γεωμετρίας, ότι η Ακρόπολη των Αθηνών είναι δωρικό, και όχι ιωνικό καλλιτέχνημα, ότι η διδασκαλία τραγωδίας στον θέατρο ήταν κήρυγμα από άμβωνος ότι η θρησκεία των ελλήνων ήταν αισθητική προσέγγιση των φυσικών φαινομένων. Δεν νομίζω, αναγνώστη μου, ότι σε όλα αυτά τα επίπεδα η έρευνά μας θα δώσει ποσοστά γνώσης και κατοχής σε βάθος του κλασικού κόσμου από τους νεοέλληνες που να υπερβάινουν τους δύο στους χίλιους.
Τι φωνάζουμε τότε, και φουσκώνουμε, και χτυπάμε το κούτελο στο μάρμαρο ότι είμαστε έλληνες; Για το θεό δηλαδή. Παράκρουση και παραφροσύνη.
Το πλήθος τον σκουντά, τον σέρνει, τον βροντά, Κι όταν πια τέλεια σαστισμένος. Τι είναι η τρέλλα αυτή; ρωτά, ένας του ρίχνει κι αυτουνού τη γιγαντιαία ψευτιά του παλατιού – στην Ελλάδα ο Αντώνιος νικά. Δεν ενίκησε ο Αντώνιος στο Άκτιο της Ελλάδας. Ο Οκταβιανός ενίκησε, και τη Νικόπολη έχτισε.
Θα μου ειπείτε:
-Μήπως οι ευρωπαίοι γνωρίζουν σε τέτοιο βάθος την αρχαία Ελλάδα; Θα σας πω:
Όχι. Αλλά οι ευρωπαίοι δεν καυχιούνται ότι είναι έλληνες, όπως εμείς. Καυχιούνται ότι είναι γάλλοι, και ιταλοί και βέλγοι. Γιατί αυτό είναι στην ουσία της η αρχαία Ελλαδα. Δεν είναι τα πασουμάκια του Ηρακλή στο παλάτι της Ομφάλης. Ούτε ο Οδυσσέας με το παλούκι του στη σπηλιά του Κύκλωπα.
Η αρχαία Ελλάδα είναι ένας πολιτισμός ασύγκριτος. Μια κοσμοθεωρία πλήρης. Ένας τρόπος ζωής ολοκληρωμένος και τέλειος. Είναι η πιο κοντά στη φύση και στη φυσική αϊδιότητα κοινωνία, που έσωσε να δημιουργήσει ο άνθρωπος. Δεν είναι τυχαίο που λέξεις ελληνικές, όπως μουσική, θέατρο, οργασμός, φιλοσοφία, μαθηματικά, φυσική, δημοκρατία, γεωμετρία, πολιτική, περάσανε σε όλες τις γλώσσες των εθνών του ΟΗΕ σήμερα. Και με τις λέξεις αυτές ζουν και δηλώνουν τις βαθύτερες ουσίες του ανθρώπινου βίου τα δισεκατομμύρια του πλανήτη. Δεν είναι τυχαίο, που όχι μόνο ο πλανήτης αλλά και ο ουρανός, το σύμπαν ολόκληρο αίναι κατάσπαρτο με τις ελληνικές λέξεις και με τα ελληνικά γράμματα που ονομάζουν διεθνώς τους αστερισμούς, και τους φωτεινότερους αστέρες του κάθε αστερισμού. Κοίτα πρόχειρα το εξώφυλλο της Γκέμμας.
Όχι. Δεν είναι καθόλου τυχαίο. Εκείνο που είναι τυχαίο, είναι πως ο λαός που κατοικεί σήμερα στη χώρα που παλαιά την εκατοίκησαν οι έλληνες, ονομάζουνται έλληνες. Η έρευνά μας έδειξε ότο μόνο έλληνες δεν είναι. Γιατί τους έλληνες ούτε τους βλέπουν ούτε τους γνωρίζουν. Φεύ, και παπαί, και ουαί, και αλλοί. Φελλάχοι, και παπούας, και βουσμάνοι, και αλήδες. Από το Ελληνικό ερχόμαστε στο Εβραίικο. Ερωτάμε το ίδιο στατιστικό δείγμα, το ευρύ και το πλήρες, αν έχουν ακουστά τα ονόματα Μωϋσής, Αβραάμ, Ησαϊας, Ηλίας με το άρμα, Νώε, Βαφτιστής, Εύα η πρωτόπλαστη, Ιώβ, ο Δαναήλ στο λάκκο, η Σάρα που γέννησε με εξωσωματική. Και όχι μόνο τα ονόματα, αλλά και τις πράξεις ή τις αξίες που εκφράζουν αυτά τα ονόματα. Υπάρχει γριά στην επικράτεια που να μην ξεύρει τούτους τους εβραίους; Δεν υπάρχει ούτε γριά, ούτε ορνιθοκλόπος στις Σποράδες, ούτε κλεφτογιδάς στην Κρήτη. Εδώ τα ποσοστά αντιστρέφουνται. Στους χίλιους νεοέλληνες τα ναι γίνουνται ενιακόσια τόσα, και τα όχι δύο. Και δεν ξεύρουν μόνο τα ονόματα, αλλά είναι έτοιμοι να σου κάνουν αναλύσεις στην ουνιβερσιτά και στην ακαντέμια για τις ηθικές και άλλες αξίες που εκφράζει το κάθε όνομα.
Το ίδιο συμβαίνει και για φράσεις όπως Προς Κολασσαείς, Προς Κορινθίους, Εκ του κατά Λουκάν.Εδώ μάλιστα μεγάλος αριθμός νεοελλήνων ξεύρει απόξω ολόκληρα χωρία και περικοπές. Μόνο που συμβαίνει κάποτε να ακούσετε τους ψαλτάδες στις εκκλησίες το Χριστός Ανέστη να το ψέλνουν, όπως εκείνος ο απόστρατος χωροφύλακας του Παπαδιαμάντη μας: Κστό – μπρε – Κ’στος ανέστη εκ νεκρών θανάτων θάνατον μπατήσας κ’ έντοις – έντοις – μνήμασι ζωήν παμμακάριστε Και τα άλαλα τα χείλλη των ασεβών, Άλαλα τα χείλη, οι κερατάδες. Και δόστου να το γυρίζουν άλλοτε στον αμανέ και άλλοτε στο κλέφτικο. Το ίδιο συμβαίνει, αν τους ειπείς για τόπους όπως Ιορδάνης, Γαλιλαία, Γεσθημανή (sic), Όρος Σινά, Καπερναούμ. Τιβεριάς. Αν όμως τους ειπείς για Βάσσες ή Φιγαλία, για Αργινούσες ή Πλημμύριον, για Περίπατο ή Κήπο (περιπατητικοί, επικούρειοι), σου απαντούν, όπως ο Μακρυγιάννης. Όταν είδε το Σκούρτη και τους άλλους ναυάρχους στα όρη να οδηγούν σε μάχη τους στρατιώτες του Νικηταρά με ναυτικά παραγγέλματα: -Τι όρτζα, πόρζα, και γαμώ το καυλί του μας λέει ο κερατάς; Το ίδιο συμβαίνει, αν ζητήσεις να σου αναλύσουν την επί του Όρους Ομιλία, ή να σου τραβήξουνε διάλεξη περί νηστείας, περί προσευχής, περί του «Δεύτε οι ευλογημένοι….». Ο κάθε νεοέλληνας εδώ είναι πτυχιούχος και ειδήμονας. Είναι κληρονόμος και καθηγητής. Ξέρει να ταϊσει άχυρα το σκυλί του, και κόκαλα το γαϊδούρι του. Γνώση και πίστη και σοφία, που να ιδούν τα μάτια σου και να μην πιστεύει ο νους σου.
Ήρθε τις προάλες φίλος καλός στην εξοχή, γιατρός από τη Μυτιλήνη, και ρωτούσε τη γυναίκα μου, αν εγνώριζε κανέναν αγιογράφο.
-Τι να τον κάμεις; Του λέει. – Να μου ζωγραφίσει μιαν άγια Πηνελόπη για την πεθερά μου, να τη χαρίσω στην ονομαστική της γιορτή.
- Και γιατί δέν της ζωγραφίζεις «την κυρά – Πηνελόπη με την ηλακάτη», που λέει ο πατριώτης σου ο Ελύτης; Τον έκοψα γκιμένος.
-Τι ; μου κάνει.
-Ναι, γιατρέ μου. Την Πηνελόπη του Ομήρου, την ελληνική. Δεν ξεύρεις αυτή την περίφημη νοητική εποπτεία της παγκόσμιας ποίησης; Με κοίταξε, γούρλωσε το μάτι, και λέει. – Όταν είπα στην πεθερά μου πως θα της φέρω την αγία Πηνελόπη, έκαμε δύο μέρες να κοιμηθεί από τη συγκίνηση. Και εσύ μου λες τώρα για Πηνελόπη και μνηστήρες;
-Να τη χαίρεσαι κι εκείνη και τον ύπνο σου, εβραίε και ανέλληνα, του είπα. Παρά που σ’ αγαπώ. Και μάλιστα πολύ.
Άλλο. Ένας παπάς, και κρητικός μάλιστα, στη μητρόπολη Κορίνθου, με κοίταζε κάποτε γλαρωμένος.
-Τι βλέπεις παπά;
-Έχω ένα όραμα, μου λέει. Να μαζέψω κάποτες λεφτά από τους ομογενήδες. Να σηκώσω εδώ στον Ισθμό, μπαίνοντας στο Μοριά να το βλέπουν ούλος ο κόσμος, ένα άγαλμα του απόστολου Παύλου. Ίσαμε πενήντα πήχες ψήλος, και βάλε.
-Σαν το άγαλμα της ελευθερίας ε; του κάνω.
- Έτσι μου λέει. Κι όλο έπαιρνε φωτιά.
-Και γιατί του Παύλου, δηλαδή; Και τόσο πελώριο. -Μα…. για τις Προς Κορινθίους ντε!
-Τον ξέρεις τον Κολοσσό της Ρόδου; τον ερωτώ.
-Ναι. Τέτοιονε θέλω και τον Παύλο.
-Τον Κολοσσό του Μαρουσιού τον ξέρεις;
-Εννοείς το βιβλίο για τον Κατσίμπαλη; Το ξέρω.
-Τον κώλο του Μαρουσιού, παπά, τον ξέρεις; ….; -Άστα αυτά, του λέω. Είναι της αριστερής διανόησης.
-Εμ λέω και εγώ. Γι’ αυτό δεν τον ξέρω. Μου απαντάει.
-Γιατί, βρε αρκουδόπαπα, ξέσπασα, δε στήνεις ένα άγαλμα του Νικηταρά ή του Κολοκοτρώνη, που μας λευτερώσανε και είδαμε μοίρα στον ήλιο; Και να το κάμεις ψηλό και βαρύ ωσάν τον Ακροκόρινθο που βλέπεις αντίκρια σου; Όπως θα ταίριαζε στους παλικαράδες μας; Μόνε που θέλεις τον εβραίο. Δεν ξέρεις ότι με τους εβραίους οι έλληνες είμαστε η φωτιά με το νερό; Όχι από εθνικό μίσος, όπως με άλλους, αλλά από αντιπαράθεση κοσμοθεωριών; Δεν άκουσες ποτέ την ιερή βρισιά του λαού μας: «Γαμώ τον εβραίο σου!» Δεν άκουσες ποτέ το δημοτικό μας τραγούδι, Και κείνη η σκύλα η άνομη, Οβρέσσας θυγατέρα; Άειντε καημένε μου. Που να ζεις και να είσαι. Κι είσαι κι από τα χωριά του Ερωτόκριτου, και του Βενιζέλου. Μ’ ένα λόγο, ο μέγας και ο βαθύς εβραίικος πιλιτισμός -δεν ειρωνεύομαι, κυριολεκτώ- μέσα από τη χριστιανική του μετάλλαξη, κι αυτή πια δεν είναι ούτε μεγάλη ούτε βαθιά, πέρασε ως το μυελό των οστών και στη διπλή σπείρα του DNA όλων των νεοελλήνων.
Ένα μόνον δεν γνωρίζουν. Ότι ο σπουδαίος αυτός πολιτισμός είναι εντελώς αντίθετος με τον πολιτισμό της κλασικής Ελλάδας. Το αρνί και ο λύκος. Ο πάμφωτος ναός της Αφαίας στην Αίγινα, και το μονύδριο της αγίας Ελεούσας στο νησί της λίμνης των Ιωαννίνων, με την αγράμματη καλόγρια που κυνηγά τις έγκυες και τις λεχώνες, γιατί `ναι μαγαρισμένες, λέι. Αλλά δεν είναι εδώ ο καιρός και ο τόπος για τέτιες εξηγήσεις. Το θηρίο το καταπάλαιψα σε άλλες εκστρατείες. Ήμουν και εγώ στον πόλεμο τοξότης που ξαστόχησε, λέει ο ποιητής.
Τέτοια λογής αποτέλεσμα θα μας δώσει η στατιστική έρευνα στον πληθυσμό της χώρας αναφορικά με την απόδραση του Ελληνικού, και την επίδραση του Εβραίικου. Στην επιφάνεια και στον τύπο και στο όνομα είμαστε έλληνες. Στο βυθό όμως και στην ουσία και στην ύλη είμαστε εβραίοι.
Και μην μας παραπλανά το απλοϊκό δικηγοριλίκι, που κανοναρχούν ιεροκήρυκες και ιερολόγοι, ότι τάχατες άλλο εβραίοι κι άλλο χριστιανοί. Άλλο ορθόδοξοι κι άλλο ρωμαιοκαθολικοί. Ο ισχυρισμός αυτός είναι δόλιο σόφισμα, και αφέλεια ξεχειλωμένη.
Όσοι λένε τούτη την παλαβομάρα, είναι σα να λένε: Άλλο εταίρα κι άλλο πουτάνα. Μα σε σεμνεία δουλεύουνε και οι δύο. Άλλο δρομέας κι άλλο δισκοβόλος. Μα αθλητές είναι και οι δύο. Άλλο λέμφωμα, άλλο λευχαιμία, κι άλλο νεοπλασία του λάρυγγα. Μα καρκίνοι είναι όλοι τους. Και κακά σπυριά, που σκοτώσανε Καβάφη και Φρόυντ.
Οι νεοέλληνες εκρατήσαμε το σχήμα από τους έλληνες . Η μάζα όμως, το m που λένε οι φυσικοί, είναι καθαρά εβραίικη. Και ο χώρος, το spatium ή s που λένε οι φυσικοί, μέσα στον οποίο συντελέστηκε η αφελλήνιση των ελλήνων είναι τό χριστιανικό βυζάντιο. Και ο χρόνος ο tempus ή το t που λένε οι φυσικοί, που στη διάρκειά του συντελέστηκε ο εξεβραϊσμός των ελλήνων είναι από τον καιρό του Θεοδόσιου μέχρι σήμερα. Ο Θεοδόσιος εγκρέμισε τους ναούς, έσπασε τα αγάλματα, έκλεισε το στάδια, τα θέατρα, τα ελληνικά σχολεία. Όλες τις πηγές που ποτίζανε την ελληνική αντίληψη ζωής. Γι’ αυτό τον εβαφτίσανε Μέγα. Όπως εβαφτίσανε Μέγας κι τον προαγωγό του, με τη διπλή σημασία η λεξη, τον Κωνσταντίνο. Τον καίσαρα που έσφαξε τη γυναίκα του και το γιό του. Και τους εβάφτισαν Μέγας, εκείνοι που εβάφτισαν Μέγας και τους Αθανάσιους, τους Βασίλειους, και όσους τέτοιους. Όλοι τους γκρεμιστάδες, παραχαράκτες, αλάριχοι, βάνδαλοι της ελληνικής ιδέας. Η άλλη φωνή, που λέει ότι τίποτα δεν εσήμαιναν ετούτες οι φρικαλεότητες των χριστιανών κατά των ελλήνων, για όσους δεν εξεφτίσανε σε εβραιοέλληνες αλλά έμειναν ελληνοέλληνες, έρχεται από πολύ μακρυά και την ακούνε λίγοι: Γιατί τα σπάσαμε τ’ αγάλματά των γιατί τους διώξαμεν απ’ τους ναούς των, διόλου δεν πέθαναν γι’ αυτό οι θεοί.
Καβάφης είν’ αυτός, αναγνώστη μου, δεν είναι σαράφης. Ούτε Βούδας και Κούδας. Και το ποίημα λέγεται Ιωνικόν. Δεν λέγεται Χερουβικόν.
Ο κακουργημός και η εξόνντωση του κλασικού έλληνα από τον εβραιόφρονα χριστιανό εκράτησε από το Θεοδόσιο ως την αυγούστα Ευδοξία. Ως το 843 που έγινε η επίσημη αναστύλλωση των εικόνων. Η γιορτή της ορθοδοξίας που γιορτάζεται κάθε χρόνο από τότε, στο έμπα της άνοιξης!, πολύ λαμπρά και με την παρουσία όλης της επιφάνειας του κράτους, ως και οι ξένοι πρεσβευτάδες!, στο θετικό της συμβολίζει το θρίαμβο των χριστιανών. Στο αρνητικό της όμως δηλώνει την τελική κατακρεούργηση κάθε Ελληνικού. Είναι η ταφόπετρα της ελληνικής ιδέας.
Η τελευταία αντίσταση του μετρημένου «έλληνα» στο ασιατικό τέρας ήταν ο Λέων Γ΄ο ΄Ισαυρος. Εξύπνησε ο άνθρωπος ένα πρωί, και είδε το μισό πληθυσμό της χώρας τουρλωτούς παπάδες και παχυμουλαράτους καλόγερους. Τότε, σαν το Χριστό με το φραγγέλιο, σήκωσε αυτό που το λένε Εικονομαχία. Και ετελείωσε με το χαμό του φωτός και το σωσμό του σκότους. Με την Κυριακή της Ορθοδοξίας, ή την ταυτότητα του νεοέλληνα.
Έλληνες λοιπόν στο δέρμα. Και εβραίοι στα κόκαλα και στο αίμα, στην καρδιά, στα άντερα και στη χολή. Ιδού το κλειδί, η αιτία, ο λόγος της εθνικής σχιζοφρένειας. Πίσω από τα Σκόπια, από το Αιγαίο, τις Ολυμπιάδες, την Κύπρο, πίσω από τους κατσιβελισμούς, Μεταξάδες και Παπαδοπουλέους, πίσω από μαρίκες και μιμίκες και κατσίκες, και κοσκωτάδες και σκατάδες, πίσω από κορυδαλούς και κοριούς και καθάρσεις και λοιμοκαθαρτήρια, πίσω από ρουσφέτια και βιλλαέτια και κασαβέτια, βρίσκεται η εθνική μας σχιζοφρένεια. Αυτή απεργάστηκε την εθνική πόλωση, και την εθνική αταυτότητα.
Στο χωριό των χιλίων κατοίκων του πλανήτη μας σήμερα οι δύο έλληνες πηδοκοπούν κατά μπροστά, κι έχουν βιδωμένο το κεφάλι να βλέπει κατά πίσω. Τους κοιτάνε οι ξένοι, ανοίγουν διάπλατα το μάτια, και τους προγκάνε.
-Στραβομάρα και πάλαβρα. Βρε ούστ!
Στους χρόνους της Άλωσης οι στρατιώτες του Παλαιολόγου που υπεράσπισαν τα τείχη ήσαν οχτώ χιλιάδες. Την ίδια ώρα που στα μοναστήρια του κράτους βρίσκουνταν τριακόσιες χιλιάδες καλόγεροι στην άλκιμη ηλικία του μάχιμου άντρα. Να τρώνε και να πέρδονται και να τρέ-φουνε πρωκτό.
Και ο αρχηγός του κράτους την Κυριακή έψελνε πατριάρχης στην αγια – Σοφιά, και τη Δευτέρα γονάτιζε τσανακογλείφτης στο σαράι Έτσι, μιλώντας για πατριάρχη και για σουλτάνο, φτάνουμε στους πρώτους κύκλους της Κόλασης του Δάντη.
Κάποτε πρέπει να ξεκλειδώσουμε το κατώγι της ιστορίας μας. Και να φέρουμε στο φως «τους όφεις και τα φίδια» που είναι μέσα κλεισμένα.
Να ειπούμε, δηλαδή, ότι το πρώτο μέλημα του πορθητή της Πόλης ήτανε να θρονιάσει στο στασίδι των σκλάβων τουρκόφωνα πατριάρχη. Όχι για να προστατέψει τα νιτερέσα του δούλου γένους, όπως μας λένε αιώνες τώρα οι δάσκαλοι και τα βιβλία. Αλλά για να τον έχει δόλιο και χθόνιο συνεργάτη στο αρειμάνιο οθωμανιλίκι του. Στο να μη σηκώνουνε, δηλαδή, ποτές κεφάλι οι ραγιάδες.
Εσύ από τη μεριά σου, παπά, είπε ο Πορθητής στον πατριάρχη Γεννάδιο, αυτόν που διάταξε να κάψουν τα βιβλία του Πλήθωνα για τον Πλάτωνα, θά’
σαι το δικό μου μούτρο με τη μουστακοφόρα και τη ραγιάδικη προβοσκίδα.
Ο κρυφός πολυχρονεμένος πατισάχ. Θα τους λες, μαζί με την κυρα – Δέσποινα, υπομονή και κουράγιο, και «πάλε με χρόνους με καιρούς….».
Και θα τους κρατάς καλά στους χαλκάδες και τις άλυσες. Με τον καιρό θα μάθεις. Και η συμπεριφορά σου θα γενεί πολιτική σκεπαστή, και υψηλή διπλωματία.
»Με τους δραγουμάνους και τους οσποδάρους που θα σου φτιάξω, και δίπλα στους ιδικούς μου τζοχατζαραίους, τον πασά και το μουφτή, τον κατή και το βοϊβόντα, θα οργανώσουμε ένα τέλειο σύστημα διοίκησης. Τη συντήρηση, δηλαδή, και το διαιωνισμό της σκλαβιάς. Και τού `κλεισε το μάτι.
»Εγώ από τη μεριά μου, υποσχέθηκε, θα σ’ έχω στα χρυσά και στην πορφύρα. Θα τρως και θα πίνεις, και θα παχαίνεις. Όπως το λέει και το τραγούδι Καρδιά μου, τι ξαλάφρωμα, Τι πρήξιμο, κοιλιά μου. Και τα «οθωμανικά» τερτίπια μου, αν το βαστά η καρδούλα σου, και κείνα δικά σου. Παπαδάκια και γιουσουφάκια. Μόνε πρόσεχε! Στο κρυφό και στο σκεπασμένο. Θα’ χεις τις εκκλησιές σου, τις πισκοπές και τα μοναστήρια σου. Δίσκους, κεριά, λιβάνια, τάματα, διαθήκες, άσπρα και γρόσια, βακούφια και χτήματα μοναστηριακά, ούλα αφορολόγητα. Θα τα γιομίζεις με διάκους, και με καλόγερους τίγκα. Κι αμάν αμάν. Αλλά τη συμφωνία μας και τα μάτια σου. Γιατί θα σε κρεμάσω με τ’ άντερά σου. Έχεις ακουστά, τίμιε αναγνώστη, για τα μοναστηρίσια γεύματα και τα μοναστηρίσια τραπέζια; Ακόμη αποκρατά ο απόηχος. Ο Ανώνυμος της Ελληκικής Νομαρχίας διηγάται πως ο δεσπότης Ιωαννίνων είχε μια κοιλιά σαν εξάμετρο βαγένι. Και πως σαν εστρωνότανε για πρόγευμα, έτρωγε δύο οκάδες γιαούρτι σακούλας, και μισή οκά σαρδέλλα παστωμένη με το χουλιάρι την καθησιά. Έτσι, λοιπόν, από τούτη τη συμφωνία του πατριάρχη με το σουλτάνο, πέρα από τους τέσσερες αιώνες της φοβέρας και της σκλαβιάς, τι βγήκε; Βγήκε η περίφημη ρασοφόρα διπλωματία του ραγιά και του καγιά. Σήμερα τη λέμε φανάρι και φαναριωτισμό. Είναι οι φαναριώτες. Οι αόρατοι τουρκολάτρες. Οι πρίντζιπες και οι ηγεμόνες της Βλαχομπογδανίας που λέει ο Ρήγας. Οι καρατζάδες, οι μουρούζηδες, οι σούτσοι, οι ραγκαβήδες, οι μαυροκορδάτοι, και οι πανάθλιοι κωλέττηδες. Αυτή η λύμη και η συφορά. Το θρεφτάρι του πατριάρχη και του σουλτάνου. Το θρεφτάρι του ελληνοεβραίικου φυράματος, δηλαδή, στην καινούργια του μετάλλαξη, που όταν θα’ ρθεί η ώρα του μεγάλου Σηκωμού, θα παίξει τον ολέθριο ρόλο του.
Θα δημιουργήσει τη μοιραία αντιπαράθεση ανάμεσα στους γνήσιους έλληνες, τους ελληνοέλληνες αλλιώτικα, και στους μούλους έλληνες, τους ελληνοεβραίους αλλιώτικα. Ανάμεσα, δηλαδή, «στα συνήθια της Ιλιάδας» που αποκρατούν ακόμη, όπως έγραφε ο Σολωμός, την ουσία, και στη δουλόφρονα και μουλωχτή πολιτική του κλήρου, τον τύπο. Το σχήμα ελληνοέλληνες και ελληνοεβραίοι στο μεγάλο Σηκωμό θα πάρει τη διπλή διάταξη. Από δω οι αγωνιστές και οι αγράμματοι, από κει οι πολιτικοί και οι κοντυλοφόροι φαναριώτες. Φιλικοί και Ρήγας και Υψηλάντες, Μαρκομπότσαρης και Κολοκοτρωναίοι, Αντρούτσος, Παπαφλέσας, Νκηταράς και Μακρυγιάννης, ο Αθανάσης Διάκος, ο Κανάρης, ο μεγάλος Καραϊσκάκης, ο Καποδίστριας, οι σουλιώτες και οι μανιάτες. Αυτή είναι η κρυστάλλινη πηγή του ελληνοέλληνα, που δεν κατεβαίνει από τα συναξάρια και το Οκτωήχι της εκκλησίας. (Μη σε ξεγελά, που ο Κολοκοτρώνης γραφή και ανάγνωση έμαθε από το Οκτωήχι). Αλλά ροβολάει από τον Όλυμπο και τον Αλφειό και την Κασταλία βρύση. Από τον Κιθαιρώνα, τον Βριλησσό και τον Ευρώτα. Είναι η αρχαία αρετή κα η νέα λεβεντιά. Είναι η εμορφάδα και το φιλότιμο, η μπέσα, και ο λόγος σπαθί. Το καθαρό μάτι, και το τίμιο χέρι. Όταν η διοίκηση, το φαναριωτιλίκι δηλαδή, μας λέει ο Σολωμός, για να διασπάσει τους οπλαρχηγούς του Βάλτου, έστειλε είκοσι διπλώματα στρατηγών, εκεί που ήταν μόνο ο Μαρκομπότσαρης, ο Μάρκος τους εκάλεσε, έσκισε μπροστά στα μάτια τους το δίπλωμά του, και είπε:
-Ο Σκόντρα πασάς τα δίνει τα διπλώματα. Κι όποιος είνε παλικάρι, ταχιά το παίρνει από τα χέρια του.
Είπε, και τράβηξε κατά το Κεφαλόβρυσο του Καρπενησιού. Εσκοτώθηκαν τούρκοι έως οχτακόσιοι. Από τους δικούς του δεκατρείς. Και τριάντα λαβωμένοι. Τον έφεραν από το Καρπενήσι στο Μεσολόγγι στον ώμο. Και τον ταφιάσανε με μοιρολόγια και κλάηματα. Όπως παλαιά οι αχαιοί τον Πάτροκλο.
Τον κλαίει ο γερο – Νοταράς, Γονατιστός τον έκλαιγε.
Κι από την άλλη στο σχήμα το κηφηναριό του πατριάρχη. Οι πρίντζιπες, οι καλαμαράδες, οι σπουδαγμένοι στην Ευρώπη με τα ψαλιδοκέρια και τις βελάδες. Οι φαναριώτες που προσφωνάζουνταν Εξοχότατε και Γενναιότατε!
Κι όσες φορές πέτυχαν να ηγηθούν στις μάχες, έσπειραν στους έλληνες το θρήνο και τη συφορά. Μαυροκορδάτος, Νέγρης , ο άθλιος Κωλέττης, κι όλη η συναφής κουλουμωτή μύγα.
Θα κετεβούν στη σηκωμένη χώρα σα θολωμένα ρέματα και λασπουριά. Θα κοιταχτούν πονηρά με τα δύο και τα τέσσερα στραβά τους Θα συναγροικηθούν αστραπιαία στις γωνίες και στα σκοτεινά. Και θ’ αμολήσουν στον τόπο τις όχεντρες. Δεκαπέντε μήνους επολέμησαν οι έλληνες τον τύραννο. Κι αν ήθελαν βαστάξει μονιασμένοι ως το τέλος, θα τον εφτάνανε στην Κόκκινη Μηλιά. Αλλά τους άλλους πεντέμισυ χρόνους σφαζόντανε μεταξύ τους. Και το σπαθί να βυθίζεται στη λαβή. Αυτό ήταν το έργο των φαναριωτών, των δεσποτάδων, και της ελληνοεβραίικης ανομίας.
-Τι κοιτάς, Κολοκοτρώνη μου, με το μάτι σου στυλωμένο τόση ώρα εκεί, κατά τα βουνά;
- Α! Βλέπω πίσω από τα βουνά. Εκεί στην πόρτα τ’ Αναπλιού. Και τους καλαμαράδες να πλέκουν ένα γαϊτανάκι. Μα ένα γαϊτανάκι.
Κι άλλη φορά σε μια σύναξη γυρίζει άγρια ο Γέρος κατά το δεσπότη της Άρτας:
-Μη μου βροντάς, παπά, το πασουμάκι στο τραπέζι, γιατί βροντώ το σπαθί, και σου κόβω το κεφάλι.
Πήρε φόρα το ράσο του δεσπότη, κι ακόμη λακάει. Από το Μοριά στην Άρτα με τα πόδια. Και με τα πασουμάκια.
Ποιός είναι ο Γρηγόριος ο Ε΄; Είναι εκείνος που σύνταξε το κείμενο του αφορισμού στα 1799. Κι η εκκλησία το βρόντηξε αργότερα στην ανθρωπιά του Καϊρη, όπως η κατάρα τον κεραυνό στο μέτωπο του Κάϊν. Του φωτισμένου σοφού, και του ήρωα στους ιερούς αγώνες Καϊρη. Γιατί άρχισε να ξεμπροστιάζει τους παπάδες, και να φωτίζει τον κοσμάκη. Ποιός είναι ο Γρηγόριος ο Ε΄; Είναι ο ίδιος που αφόρισε τον Υψηλάντη και τους Φιλικούς. Το μεγαλείο και το μηστήριο της Εταιρείας. Θα μου ειπείς πως τον εκρέμασε ο σουλτάνος. Θα σου ειπώ, μα πώς αλλιώς λοιπόν; Επρόδωσε την καταχθόνια συμφωνία τους. Εκοιμήθηκε. Και χωρίς να το νιώσει άφηκε να ξεσφίξει η θηλειά στο λαιμό του ραγιά. Εφούσκωσε στο σκαφίδι το προζύμι του εθνικού άρτου, και πια δεν ημπορούσε να το κρατήσει με τίποτα.
Ποιός είναι ο Γρηγόριος ο Ε΄; Είναι ο πατριάρχης που έσκασε από το κακό του, γιατί τον εμποδίσαν και δεν επρόφταξε να αφορίσει το Ρήγα. Το μεγαλομάρτυρα Ρήγα.
Ποιός είναι ο Γρηγόριος ο Ε΄; Είναι ο πατριάρχης που βλέπουμε τον ανδριάντα του μπροστά στο εθνικό πανεπιστήμιο. Δίπλα στο Ρήγα. Πού ξανακούστηκε τέτοιο κυλώνειο άγος! Ο Λεωνίδας κι ο Εφιάλτης αγκαλιά. Η ελληνική σχιζοφρένεια αγαλματοποιημένη μπροστά στα πόδια της ελληνικής παιδείας. Μπροστά στο αγνό βάθρο του μέλλοντος των παιδιών μας.
Αυτή η συμβολική στιγμή και εικόνα, ο Γρηγόριος Ε΄ δίπλα στο Ρήγα μπροστά στο πανεπιστήμιο, είναι το σύμβολο παλλάδιο της μουλαροσποράς μας.
Ο καημένος ο Κολοκοτρώνης. Είπε κάποτε πως μια μέρα το πανεπιστήμιο θα γκρεμίσει το παλάτι. Λάθος σοφέ, μου γέρο.
Γιατί αφόντας εστήσανε μπροστά στο πανεπιστήμιο τον πατριάρχη, η νεότερη Ελλάδα είχε παίξει πια τη ζαριά της στο Ρουβικώνα. Είχε πάρει το δρόμο της. Τη στράτα του κακού και της ανεμοζάλης. Η Ελλαδοελλάδα αποσύρθηκε, άκρα πικραμένη και περήφανη. Και άφηκε την Εβραιοελλάδα να ξερογλείφεται σα μαϊμού απάνου στη σκηνή του καραγκιόζη:
Γειά σου, μάνα μου Ελλάς,
Είμαι κλεφτοφουκαράς.
Η σμαρδή και φαναριώτικη πολιτική στον Αγώνα, με Μαυροκορδάτο και Κωλέττη και παπάδες, θα περάσει ύστερα, και θα δώσει το ρυθμό και τον τόνο της στην πολιτική ιστορία της «νεότερης Ελλάς».
Φατρίες, κομματισμός, αρριβισμός, βουλευτοτσιφλικάδικα. Εθνική αφασία, ξενοκίνητα νήματα της μαριονέττας, το αγγλόφιλο, το γαλλόφιλο, το ρωσόφιλο. Πολιτική του ρουσφετιού και της ασυδοσίας, δουλοφροσύνη, λεονταρισμοί, απαξία, ιδιοτέλεια. Ό,τι ανθίζει πια, κι ό,τι καρπίζει σήμερα στη χώρα. Νούλες και κουλούρηδες, χάχηδες και σάκηδες, ντόρες και ντορήδες. Περάστε κόσμε.
Έξω από τα λίγα αργά φωτεινά διαλείμματα. Τ αγγελικό και μαύρο φως του ποιητή. Που ο ένας θα περάσει μια Κυριακή πρωί μπροστά στον αη-Σπυρίδωνα. Που ο άλλος θα ειπεί κατάδακρυς: ώστε λοιπόν, ανθ’ ημών Γουλιμής! Και ο τρίτος θα σημειώσει σιωπηλά στο καλεντάρι του:
1 Νοεμβρίου 1920.
Η τελευταία πράξη της τραγωδίας, η ταφόπλακα δηλαδή που σκέπασε το φονικό, ανάλογη με την ταφόπλακα του 843 που έθαψε την αρχαία Ελλάδα, ήταν το διάταγμα του ελλληνικού κράτους να ονομάσει το Υπουργείο για τη μόρφωση των παιδιών μας Υπουργείο των εκκλησιαστι-κών. Και λίγο αργότερα Υπουργείο εθνικής παιδείας και θρησκευμάτων. Και τούτο το άνομο όνομα και νόημα τέρας το φέρνει μέχρι σήμερα. Η εθνική σχιζοφρένεια υπογράφτηκε και σφραγίστηκε με τη μεγάλη του Κράτους σφραγίδα.
Ακούσατε πουθενά σε Ευρώπη ή σε Αμερική, σε Σαχαλίνη, Ταγκανίκα ή Εσκιμώους, η παιδεία ενός έθνους, η μεγάλη ελπίδα και το μυστήριο των μυστηρίων του, να μπερδεύεται με το αντερί και το ράσο; Οι ελληνοεβραίοι πολλοί θωρούν ακίνητοι τον πατριάρχη μπροστά στο πανεπιστήμιο, και φουσκώνουν σά διάνοι. Οι ελληνοέλληνες λίγοι μιλούν για την εθνική σχιζοφρένεια, και ψιθυρίζουν σαν το μεγάλο Σολωμό:
«Αλλίμονον, η δάφνη κατεμαράνθη!». Και κλαίνε. Και ο άγιος Παπαδιαμάντης μας ετούτο το τουρλού τουρλού της Εβραιοελλάδας, με τους δημάρχους, τους λιμενάρχες, τους τηλεγραφητές, τον ειρηνοδίκη, τον έφορο και τον αστυνόμο, το’ χυσε μέσα στην κατάλληλη σχιζοφρενική του φόρμα:
Καλέ, τους εκαλέσαμε στο γάμο μας. Δημαρχέους και λιμενάρχους, ντελιγραφιστάδες, νεροδίκη, τελώνη και αστρονόμο.
Κι εγώ κι εσύ και ο δίπλα σου τεθηπώς, και χάσκων, και ταφών.
Αλλά πέστε να πάψουν επάνω οι φωνές των γυναικών. Και σταματήστε τα δάκρυα για τον Ορέστη. Γιατί κάπου βαθιά στον καθένα μας υπάρχουν κρυμμένοι οι έλληνες. Και περιμένουν.
Τό `δειξε ο Θοδωράκης και ο Σολωμός. Τό `δειξε το Δώδεκα δεκατρία και ο Τρικούπης. Τό `δειξε ο Γοργοπόταμος, ο Καβάφης, και το ύψωμα 731 κοντά στο Βεράτι.
Έλληνες θα ειπεί δύο και δύο τέσσερα στη γη. Όχι δύο και δύο είκοσι δύο στον ουρανό.
Έλληνες θα ειπεί να προσκυνάς τακτικά στους Δελφούς το γνώθι σαυτόν.
Όχι να κάνεις την εξομολόγηση στους αγράμματους πνευματικούς και στους μαύρους ψυχοσώστες.
Έλληνες θα ειπεί να σταθείς μπροστά στη στήλη του Κεραμεικού και να διαβάσεις το επιτύμβιο: στάθι καί οίκτιρον.
Σταμάτα, και δάκρυσε, γιατί δε ζω πιά. Κι όχι να σκαλίζεις πάνω σε σταυρούς κορακίστικα λόγια και νοήμαα: προσδοκώ ανάσταση νεκρών.
Έλληνες θα ειπεί το πρωί να γελάς σαν παιδί. Το μεσημέρι να κουβεντιάζεις φρόνιμα. Και το δείλι να δακρύζεις περήφανα. Κι όχι το πρωί να κάνεις μετάνοιες στα τούβλα. Το μεσημέρι να γίνεσαι φοροφυγάς στο κράτος και επίτροπος στην ενορία σου. Και το βράδυ να κρύβεσαι στην κώχη του φόβου σου, και να ολολύζεις σα βερέμης.
Ακόμη και ο Ελύτης, καθώς εγέρασε, τό `ριξε στους αγγέλους και στα σουδάρια. Τι απογοήτεψη…
Έλληνες θα ειπεί όσο ζεις, να δοξάζεις με τους γείτονες τον ήλιο και τον άνθρωπο. Και να παλεύεις με τους συντρόφους τη γη και τη θάλασσα.
Και σαν πεθάνεις, να μαζεύουνται οι φίλοι γύρω από τη μνήμη σου, να πίνουνε παλιό κρασί, και να σε τραγουδάνε:

Τρεις αντρειωμένοι εβούλησαν να βγουν από τον Άδη, Ένας το Μάη
θέλει να βγει κι άλλος τον Αλωνάρη, Κι ο Δήμος τ' αγια-Δη μητριού ν'
ανοίξει γιοματάρι. Μια λυγερή τους άκουσε, γυρεύει να την πάρουν. -
Κόρη, βροντούν τ' ασήμια σου, το φελλοκάλιγό σου, και τα χρυσά
γιορντάνια σου, θα μας ακούσει ο Χάρος.
                                                                                                            
                                                                                                                 ("Γκέμμα")


Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου